Το 85ο τεύχος της Ουτοπίας κυκλοφορεί σε μία περίοδο όχι πλέον υφέρπουσας και προσδοκώμενης αλλά ενεστώσας και ευρείας κρίσης διεθνών διαστάσεων και με βαθιές επιπτώσεις στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Η κατάσταση αυτή, πέρα από τις αναδιπλώσεις και τις υποδηλώσεις του δημόσιου λόγου, έχει ιδιαίτερες επιπτώσεις στο πεδίο της κοινωνικής θεωρίας: η αντίληψη της ‘απληστίας’ ως αιτίου για την κρίση ομολογεί την ένδεια του κυρίαρχου θεωρητικού λόγου, όπως και η μέχρι πρότινος εορταστική εμμονή του τελευταίου στη λεγόμενη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Οι μετατοπίσεις του ιστορικού χρόνου τις οποίες έχει εντείνει η κρίση έχουν ωθήσει άλλωστε ουκ ολίγους θεράποντες του δημοσίου λόγου να στραφούν σε επιχειρηματολογίες που ολισθαίνουν σε αρχέγονα μαγικά πρότυπα: ο περιορισμός των όχι απλώς παχυλών αλλά αστρονομικών αμοιβών για κορυφαία στελέχη επιχειρήσεων οι οποίες έχουν ήδη ναυαγήσει ή τείνουν να ναυαγήσουν (προσφάτως, η κυβέρνηση των ΗΠΑ διόρισε ειδικό αξιωματούχο με τον τίτλο special master for compensation, ο οποίος θα εποπτεύει τις αμοιβές των πέντε ανώτερων στελεχών επτά μεγάλων αμερικανικών εταιρειών), συνδυάζεται με σοβαροφανή ξόρκια τα οποία ελπίζουν να καλέσουν από τον τάφο το πνεύμα του Τζων Μέιναρντ Κέινς για να σωθούν από το κακό δαιμόνιο που καταστρέφει οικονομικές αξίες και καταβροχθίζει θέσεις εργασίας. Μία ειρωνική διαπίστωση της υφιστάμενης κατάστασης είναι ότι η ιδιωτικοποίηση τίθεται πλέον στο οικονομικό πεδίο σε διάφορα κράτη υπό ‘προσεκτικό’ έλεγχο, μέσα από την εκ νέου ανακάλυψη της ‘πραγματικής οικονομίας’, αλλά παραμένει – τουλάχιστον για την Ελλάδα – σχεδόν αδέσμευτη στο πολιτικό πεδίο, καθώς εδώ γίνεται σαφής δια γυμνού οφθαλμού η υπαγόρευση συμφερόντων από την πλευρά των τραπεζών και της κερδοφορίας τους. Ο μηχανισμός του δημοσίου χρέους αναδεικνύεται για άλλη μια φορά ως μία μεθόδευση εξαγοράς του κράτους από τους πιστωτές του, και κατά συνέπεια δέσμευσης του φορολογούμενου λαού στην ικανοποίηση ιδιωτικών συμφερόντων.
Η Ουτοπία στρέφεται με το παρόν τεύχος και αυτή στο παρελθόν, όχι όμως με μαγγανείες αλλά με κριτική διάθεση, διαβάζοντας ξανά το έργο ενός στοχαστή ο οποίος όχι απλώς αντιμετώπισε την ιστορική μεταβολή της περιόδου του με κριτική διάθεση, αλλά ενσωμάτωσε την ίδια την αντίληψη της κοινωνικής μεταβολής στο φιλοσοφικό σύστημά του: Ο Γκέοργκ Βιλχελμ Φρίντριχ Χέγκελ είναι κατά κοινή ομολογία ένας πολιτικά προσανατολισμένος φιλόσοφος τόσο αναφορικά με την αντίληψη της ιστορικής επικαιρότητας όσο και στην ίδια τη συγκρότηση της φιλοσοφίας του, η οποία κορυφώνεται στην αξία της ελευθερίας. Στο παρόν τεύχος δημοσιεύεται η πρώτη ελληνική μετάφραση της ανάλυσης του Χέγκελ σχετικά με το αγγλικό νομοσχέδιο εκλογικής μεταρρύθμισης του 1831-32, ενός από τα πρώτα βήματα της διεύρυνσης του εκλογικού δικαιώματος τον 19ο αιώνα. Πρόκειται για ένα από τα λίγα δείγματα επίκαιρου πολιτικού σχολιασμού από έναν κατά τα άλλα ‘θεωρησιακό’ φιλόσοφο. Η προσεκτική, έως και διστακτική ανάλυση του Χέγκελ αναφορικά με το πάλαι ποτέ δίπολο ‘μεταρρύθμιση ή επανάσταση’ είναι εξίσου χαρακτηριστική, όσο και η απαγόρευση της δημοσίευσης του τελευταίου τμήματος του κειμένου από τον βασιλιά της Πρωσίας. Στη δημοσίευση περιλαμβάνονται δύο προσχέδια για το τελικό κείμενο, καθώς και ορισμένοι αφορισμοί του Χέγκελ αναφορικά με την περίοδο της ευρωπαϊκής επανάστασης του 1830. Η ενασχόληση με την πολιτική σκέψη του Χέγκελ συνεχίζεται με τρία άρθρα, το καθένα εκ των οποίων εστιάζει σε μια διαφορετική περίοδο του εγελιανού έργου: ο Θωμάς Νουτσόπουλος παραθέτει την πρώτη στην Ελλάδα κριτική παρουσίαση του νεανικού κειμένου του Χέγκελ για το Σύνταγμα της Γερμανίας, το οποίο πραγματεύεται τους όρους πολιτικής μετάβασης σε ένα νεωτερικό καθεστώς• ο Μιχάλης Σκομβούλης συνοψίζει περιεκτικά την καμπή που σηματοδοτεί η λεγόμενη περίοδος της Ιένας στο έργο και στη σκέψη του Χέγκελ, καθώς εδώ τίθενται με πειραματικό και διεξοδικό συνάμα τρόπο, τα θεμέλια για μια περιεχομενική κοινωνική θεωρία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται στοιχεία της σύγχρονης οικονομίας• τέλος, ο Θανάσης Γκιούρας αναλύει το κείμενο του Χέγκελ για την αγγλική εκλογική μεταρρύθμιση, τοποθετώντας το στο πλαίσιο των συζητήσεων της περιόδου και τονίζοντας τη δυναμική που συνδέει τον τρόπο εξέτασής του με τις κατοπινές αναπτύξεις της θεωρίας και της πολιτικής επιστήμης. Το αφιέρωμα στον Χέγκελ συνεχίζεται με τρία άρθρα, τα οποία πραγματεύονται την εγελιανή σκέψη μέσα από την μαρξική ανάπτυξή της. Ο Jacques D’Hondt εξετάζει ξανά τη σχέση του Μαρξ με την εγελιανή Φαινομενολογία, ενώ ο Michel Vadée ανακατασκευάζει τη θέση των φυσικών επιστημών στην αντίληψη σκέψη των δύο στοχαστών. Τέλος, ο Δημήτρης Τζωρτζόπουλος διατυπώνει ορισμένες παρατηρήσεις για τα ίχνη της εγελιανής Λογικής στις πάντα προκλητικές σημειώσεις (Grundrisse) του Μαρξ – ένα θέμα που δεν έχει διόλου εξαντληθεί από την έρευνα.