Η αντιμετώπιση του Μάη του 68 και η χρησιμοποίηση του από τον Νικολά Σαρκοζύ, δεν ήταν απλώς μια αντιπαράθεση με την Σεγκολέν Ρουαγιάλ, στην κούρσα για την προεδρία της δημοκρατίας, γύρω από ένα γεγονός που αποτελεί σταθμό στον πεδίο των κοινωνικών αγώνων της μεταπολεμικής Γαλλίας. Αντιπαράθεση άλλωστε, που, σ’ ότι αφορά τον Μάη, η Ρουαγιάλ την απέφυγε γιατί, και για την σοσιαλδημοκρατία, όπως και για την δεξιά, το φάντασμα του Μάη συνεχίζει να πλανιέται πάνω από την Γαλλία. Μπορεί να μην ξέρουμε πολύ καλά το μυστικό που θέλει να αποκαλύψει, ξέρουμε όμως ότι υπάρχει και ότι κάτι παίζεται. Και αν την σοσιαλδημοκρατία την φέρνει σε δύσκολη θέση, σε σχέση με την ιδεολογία της, τις πολιτικές της επιλογές και τις συμμαχίες που επιδιώκει, στην δεξιά προκαλεί τρόμο. Γιατί ξέρει ότι είναι παρών και ότι μπορεί να «ενσαρκωθεί στο μέλλον» να γίνει «έμπρακτη πραγματικότητα, όντως παρούσα, έκδηλη, ολοφάνερη». Όπως γράφει ο Ντεριντά «το μέλλον ανήκει μόνο στα φαντάσματα. Και στο παρελθόν».
Ο Σαρκοζύ αναλαμβάνει το ρόλο του εξορκιστή για να τελειώσει μια για πάντα με το φάντασμα του Μάη.
Το 2002, μόλις ανάλαβε το υπουργείο εσωτερικών, δήλωσε «ότι έφτασε η στιγμή να γυρίσουμε την πλάτη μας σε όλα αυτά τα χρόνια, όπου η αξίες είχαν χάσει ην έννοιά τους, όπου υπήρχαν μόνο δικαιώματα και ποτέ καθήκοντα, όπου κανείς πλέον δεν σεβόταν κανένα, όπου απαγορευόταν το απαγορεύειν».
To 2005 δηλώνει ότι «είναι πεπεισμένος, ότι επιτέλους βγαίνουμε από τον Μάη του 68 και τα συνθήματά του. Δεν απαγορεύεται πια το απαγορεύειν».