Το πρώτο τεύχος της επιθεώρησης La Pensée, την άνοιξη του 1939, άρχιζε με μια εξαιρετική μελέτη του Paul Langevin με τίτλο «Η σύγχρονη φυσική και ο ντετερμινισμός», ενώ ακολουθούσε μια άλλη εξαιρετική μελέτη του Georges Politzer, με τίτλο «Η φιλοσοφία και οι μύθοι», όπου κεντρική θέση κατείχε η φιλοσοφική συζήτηση αναφορικά με τα διδάγματα που προκύπτουν απ’ την κυματική μηχανική. Απ’ την πρώτη κιόλας στιγμή, η προσπάθεια να εκπονηθεί υπό το φως του μαρξισμού μια νέα προσέγγιση των επιστημών της φύσης έπαιζε έναν θεμελιώδη ρόλο στην πεντηκονταετή πλέον εργασία της επιθεώρησης.
Αν εξετάσουμε συνολικά τα τρία πρώτα τεύχη που βγήκαν πριν τον πόλεμο, θα εντυπωσιαστούμε ακόμη περισσότερο βλέποντας ότι ο θεωρητικός στοχασμός φιλοδοξούσε να σταθεί στο υψηλότερο επίπεδο γνώσεων που τότε ακριβώς έκαναν την εμφάνισή τους. Αυτό φαίνεται, για παράδειγμα, με το άρθρο του Jacques Solomon «Από το τεχνητό ράδιο στη θεώρηση του ατόμου», ή με το άρθρο του Michel Conard «Η εκρηκτική διάρρηξη των πυρήνων ουράνιου και θορίου» (μια ανακάλυψη του 1939), το οποίο αναγγέλλει εν είδει συμπεράσματος την «επικείμενη» κυριαρχία επί της «ενδοπυρηνικής ενέργειας, της πλέον ισχυρής ενέργειας που μπορεί να φανταστεί κανείς». Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε διαβάζοντας τη μελέτη του Marcel Prenant, «Γενετική, ρατσισμός και κοινωνικά γεγονότα», ή το σημείωμα του Jacques Monod «Για τη νέα φυλογονία», το οποίο αποτιμά την εξέλιξη της γενετικής στις ΗΠΑ από τους Sturtevant και Dobzhansky τη δεκαετία του 1930 – όπως το ίδιο κάνει, σε ένα άλλο επίπεδο, η μελέτη που φέρει την υπογραφή *** σε σχέση με το «Άρμα μάχης», η οποία καταλήγει σε αξιοσημείωτα στρατιωτικά και πολιτικά συμπεράσματα. Μπορούμε να διευρύνουμε ακόμη περισσότερο το corpus στο οποίο αναφερόμαστε, συνδέοντας αυτά τα πρώτα τεύχη της La Pensée με τις διαλέξεις που δόθηκαν στον «Όμιλο της νέας Ρωσίας» το 1933-34 και δημοσιεύτηκαν το 1936-37 στους δύο τόμους του βιβλίου Υπό το φως του μαρξισμού [Α la lumière du marxisme], με κείμενα των Paul Labérenne, Henri Mineur, Jean Langevin και Marcel Prenant για τις φυσικο-μαθηματικές επιστήμες και τη βιολογία, γεγονός που αποδεικνύει ότι η εποχή του Λαϊκού Μετώπου σηματοδοτεί μια πρωταρχικής σημασίας ιστορική στιγμή για τη συνάντηση των επιστημών της φύσης με τον μαρξισμό.
ΜΙΑ ΑΚΡΩΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Πρόκειται για μια βαθύτατα καινοτόμο διαδικασία και επί της ουσίας (αν αφήσουμε στην άκρη την ΕΣΣΔ) αποτελεί ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Γαλλίας, ακόμη κι αν μπορούμε να καταγράψουμε την ίδια εποχή, για παράδειγμα στην Αγγλία, τον προσανατολισμό ορισμένων βιολόγων προς τον μαρξισμό, όπως ο J. –B.S. Haldane, μια μελέτη του οποίου (καθαρά επιστημονικού χαρακτήρα, με θέμα την αιμοφιλία) δημοσιεύει η La Pensée στο πρώτο τεύχος της. Η μεγάλη προσπάθεια του Ένγκελς, την περίοδο 1870-1880, να δώσει το περίγραμμα μιας Διαλεκτικής της Φύσης δεν είχε στην πραγματικότητα αξιοσημείωτη συνέχεια στα κόμματα της Β’ Διεθνούς, στα πλαίσια των οποίων ο διαλεκτικός υλισμός αναθεωρήθηκε συχνότατα σε νεοκαντιανή κατεύθυνση. Μόνο ο Λένιν θα αναλάβει το υψηλό καθήκον να προσεγγίσει από μια μαρξιστική οπτική γωνία τα θεωρητικά προβλήματα που έθεσε η επιστημονική επανάσταση στις αρχές του 20ου αιώνα. Αυτή η προσπάθεια δεν θα αρχίσει να αποδίδει καρπούς παρά μόνο μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, στη νεαρή Σοβιετική Ρωσία, μέσα από εργασίες και συζητήσεις σε σχέση με τις οποίες υπήρχε στο εξωτερικό, κατά τη δεκαετία του 1930, μεγάλη δίψα για πληροφόρηση που κάθε άλλο παρά ικανοποιήθηκε.
Τα πρώτα βλαστάρια ενός διαλεκτικού υλισμού στη Γαλλία δεν έχουν επομένως καμία σχέση μ’ ένα σοβιετικό μπόλι, ούτε επίσης με μια εργασία φύτευσης από την πλευρά του ΚΚΓ, παρά τον αξιοσημείωτο ρόλο που είχαν ορισμένοι κομμουνιστές διανοούμενοι όπως οι Cogniot, Politzer ή Solomon. Επί της ουσίας, πρόκειται για μία άκρως πρωτότυπη συνάντηση ανάμεσα σε μια πρωτοποριακή πτέρυγα της γαλλικής επιστημονικής διανόησης (καθηγητές και φοιτητές που πείθονται από την ίδια τους την εμπειρία να υποστηρίξουν έναν ζωντανό ορθολογισμό ενάντια στον κυρίαρχο θετικισμό και να ξεφύγουν από την ακαδημαϊκή στενότητα προκειμένου να αναλάβουν τις πολιτικές τους ευθύνες) και στον θεωρητικό και πρακτικό μαρξισμό του ΚΚΓ, το οποίο βλέπει την απήχησή του να διευρύνεται σε αντιστοιχία με το ρόλο που έπαιξε στον αντιφασιστικό αγώνα και με την αλληλεγγύη που επέδειξε προς την πρώτη σοσιαλιστική χώρα.
Η συνάντηση διενεργούταν με άνισους ρυθμούς από άρθρο σε άρθρο. Στην περίπτωση του Solomon παρουσιάζεται ως ένα κεκτημένο που είναι ήδη ιδιαιτέρως παραγωγικό. Στον Langevin εμφανίζεται ως μια εν εξελίξει ανακάλυψη. Στον Monod ως μια πιθανότητα που σχεδόν εξαντλείται σε κείμενα που δημοσιεύονται στη La Pensée. Συνολικά μιλώντας, πρόκειται για την έναρξη μιας ιστορικής διαδικασίας, όπου οι μεν παρακινούν τους δε. Τα βασικά κείμενα του Μαρξ, του Ένγκελς και του Λένιν δεν είναι διαθέσιμα παρά σε πολύ μικρό βαθμό (όσοι διαβάζουν γερμανικά και δη ρώσικα έχουν το προβάδισμα, αφού η Διαλεκτική της φύσης και τα Φιλοσοφικά τετράδια δεν θα δημοσιευτούν στα γαλλικά παρά τη δεκαετία του ’50), και παρατίθενται συχνά και εκτενώς, λιγότερο ως ένδειξη πίστης σε μια θεωρητική διδασκαλία και περισσότερο για να αξιοποιηθούν ασύλληπτοι μέχρι τότε πνευματικοί θησαυροί. Γίνονται πολλές προσπάθειες να οριστεί μια φιλοσοφική ταυτότητα είτε με τη χάραξη γραμμών οριοθέτησης από την κυρίαρχη κουλτούρα (Comte, Bergson, Brunschving), είτε με τη βοήθεια μεσότοιχων σε ό,τι αφορά τρόπους σκέψης που θεωρούνται παρεμφερείς – όπως για παράδειγμα του Meyerson. Η πολεμική φουντώνει ενάντια στον ιδεαλισμό, τον ανορθολογισμό, τη ναζιστική ιδεολογία της επιστήμης, αλλά ο γενικός τόνος έχει τη σφραγίδα μιας υψηλής επιστημονικής απαιτητικότητας, η οποία αναλογεί σε πανεπιστημιακούς (οι Prenant και Wallon διδάσκουν στη Σορβόννη, ο Langevin στο Collège de France) που δεν είναι ακόμη κομμουνιστές στην πλειοψηφία τους, και για τους οποίους αυτή η πνευματική συνάντηση εγγράφεται σε μια σχέση συντροφικότητας με το «κόμμα της εργατικής τάξης», που αντιμετώπιζε εξάλλου με ευνοϊκό τρόπο ένα τέτοιο εγχείρημα συμμαχίας, κατά πολύ διαφορετικό τόσο απ’ το εγχείρημα της συμμαχίας με τους σουρεαλιστές όσο και από εκείνο με την ομάδα «Φιλοσοφίες» στην οποία βασικό ρόλο έπαιζαν άνθρωποι όπως ο Henri Lefebvre .