Είναι ο μαρξισμός οντολογία; δύο επιστολές και μία απάντηση

Στοιχεία άρθρου
Για να δείτε τυχόν συνημμένα αρχεία (pdf ή word) με το κείμενο του άρθρου θα πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι. Η εγγραφή είναι ελεύθερη.
Συγγραφέας: 
Υβόν Κινιού (Yvon Quiniou)
Συγγραφέας: 
Ζωρζ Γκαστώ (Georges Gastaud)
Συγγραφέας: 
Λυσιέν Σεβ (Lucien Sève)
Τεύχος: 
Τεύχος 73
Σελίδα: 
101
Διάθεση κειμένου: 
Αρχικές παράγραφοι

Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΥΛΙΣΜΟΥ

Yvon Quiniou

Διαβάζω πάντα με ενδιαφέρον αυτά που γράφει ο Lucien Sève, λόγω της ποιότητας και δη της βαθύτητας του στοχασμού του. Μου προκάλεσε ωστόσο έκπληξη ένα σημείο του άρθρου του, στο τεύχος 270-271 της la pensée.
Σε σχέση με τη γνωσιολογία, η οποία πράγματι δεν ταυτίζεται με την επιστημολογία, υποστηρίζει ότι μελετά (και) τη «γενετική σχέση παραγωγής των σκεπτόμενων όντων» (σ. 84). Αλλά μ’ αυτόν τον τρόπο αποδίδεται στη γνωσιολογία ένα καθήκον που δεν της αναλογεί, αφού αναλογεί αντιθέτως στην άμεση επιστήμη της πραγματικότητας, και επομένως αν πράγματι θέλουμε μια οντολογία, ως γνώση του Είναι, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι έχει εφεξής επενδυθεί στην ίδια την επιστήμη, δηλαδή έχει αναληφθεί από αυτήν. Μόνο η επιστήμη μπορεί να μας πληροφορήσει για τη γένεση ή την παραγωγή των σκεπτόμενων όντων, και εν προκειμένω οι επιστήμες: η βιολογία σε ό,τι αφορά την ύπαρξη της σκέψης και των εγκεφαλικών μηχανισμών της, η ιστορία και η κοινωνιολογία σε σχέση με το περιεχόμενό της (ιδεολογικού χαρακτήρα, για παράδειγμα), η ψυχολογία σε σχέση με τις γενικές ψυχικές τροπικότητες ή μορφές της (βλ. τη γενετική ψυχολογία του Πιαζέ), και τέλος η λογική σε σχέση με τους προσίδιους ρυθμιστικούς κανόνες. Δεν αντιλαμβάνομαι επομένως σε τι μπορεί να συμβάλει στη συγκεκριμένη περίπτωση η γνωσιολογία, δεδομένου ότι ειδικό αντικείμενό της είναι να εξετάζει (και να επιβεβαιώνει στο πλαίσιο του υλισμού) την οντολογική εμβέλεια της επιστήμης: η επιστήμη μάς επιτρέπει άραγε να γνωρίσουμε το πραγματικό έτσι όπως υπάρχει έξω από εμάς, την ουσία της πραγματικότητας κλπ, ή μήπως δεν φτάνει παρά σε μια όψη ή σε ένα επίπεδο του Είναι, και δη στο Είναι-για-εμάς, με αποτέλεσμα το Είναι καθεαυτό να υπάγεται είτε σε μια κενή υπόθεση, είτε σε έναν εξω-ορθολογικό τρόπο πρόσβασης που παρείχε θεωρητική απόλαυση στις περισσότερες εκδοχές ιδεαλισμού (στην πίστη για τον Καντ, την μεταφυσική ενόραση για τον Μπερξόν, κλπ); Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο όριζε ο Ένγκελς το γνωσιολογικό νόημα του ερωτήματος που αφορά τη σχέση της σκέψης με το Είναι, στο βιβλίο Ο Λουδοβίκος Φόυερμπαχ και το τέλος της κλασικής γερμανικής φιλοσοφίας (δεύτερη σημασία του ερωτήματος), και γνωρίζουμε ότι η υλιστική απάντηση είναι πάγια και (κατά τη γνώμη μου) αδιαμφισβήτητη…, ακόμη κι αν η επιπολαιότητα που κυριαρχεί στον σύγχρονο φιλοσοφικό στοχασμό, εμποδίζει τους συγκαιρινούς μας να την αναγνωρίσουν και να σκεφτούν με αυτήν: ναι, η επιστήμη αποτελεί αντικειμενική γνώση του Είναι (και μόνο η επιστήμη έχει αυτό το χαρακτηριστικό), η πραγματικότητα είναι επομένως εξορισμού γνώσιμη, αλλά μέσα από μια απείρως ανοιχτή διαδικασία που θα αφήνει πάντα χώρο στο άγνωστο, και επομένως η πραγματικότητα μπορεί να κατακτηθεί στην πράξη (αλλά μέσα από μια διαδικασία που είναι και η ίδια άπειρη). Γεγονός που θα μπορούσε να μεταφραστεί ως εξής (με μια έκφραση που αφήνει στην άκρη τις απαραίτητες μεσολαβήσεις, αλλά μπορεί να λειτουργήσει ως έμβλημα): η δυστυχία δεν είναι μοιραία.
Ο μαρξισμός εν προκειμένω, καθόσον στηρίζεται σε μια υλιστική γνωσιολογία, θεμελιώνει (καθιστά νοητή), την παρέμβαση του ανθρώπου στην φυσική και ιστορική του κατάσταση και συνιστά σαφώς ό,τι ονομάζω από την πλευρά μου «θεωρία / πρακτική του αναπόφευκτου»: μια θεωρία / πρακτική που επιβεβαιώνει και αποδεικνύει ότι τίποτα δεν είναι αναπόφευκτο -πλην αυτού που καθορίζει την ανθρώπινη συνθήκη και έτσι τής διαφεύγει κατ’ ουσίαν (όπως ο θάνατος νοούμενος σε αυτό το επίπεδο)-, και η οποία, σε κάθε περίπτωση, επιδιώκει να εξαναγκάζει συνεχώς σε υποχώρηση τα όριά της. Αντιστρόφως, καθώς όλοι οι ιδεαλισμοί σχετικοποιούν την εμβέλεια της ορθολογικής γνώσης και διαβεβαιώνουν ότι υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε (με την εσωτερική αντίφαση που εμπεριέχει αυτή η πρόταση: πώς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε την ύπαρξη ενός μη γνώσιμου στοιχείου;), όχι μόνο υποστηρίζουν την ιδέα μιας θεωρητικής αδυναμίας του ανθρώπου με ριζικό (και όχι ιστορικό) χαρακτήρα, αλλά επιπλέον τροφοδοτούν την ιδέα μιας πρακτικής αδυναμίας του ανθρώπου και λειτουργούν έτσι κατά κάποιον τρόπο ως προφήτες (ή προφητείες) δυστυχιών.
Από την άλλη βέβαια, μια υλιστική γνωσιολογία προϋποθέτει μια υλιστική οντολογία, με την οποία οφείλει να συνδυάζεται – και σε αυτό ακριβώς το σημείο η σκέψη του Sève (που βρίσκεται σε συμφωνία με ό,τι έχει αναπτύξει αλλού) μπορεί να προκαλέσει εκ νέου έκπληξη: κατά τη γνώμη μου, δεν αποδίδει αρκετά στον υλισμό, αλλά αποδίδει παρά πολλά στη διαλεκτική.
Καταρχάς, μια διευκρίνιση: ναι, πρέπει να αποκαταστήσουμε την οντολογία απέναντι στην άκρως θετικιστική ατολμία της υλιστικής σκέψης σ’ αυτό το επίπεδο. Αλλά διακρίνοντας δύο πράγματα: από την μία πλευρά, μια «υλική» ή «επιμέρους» οντολογία που πραγματεύεται τις επιμέρους ιδιότητες του πραγματικού. Σε αυτό το επίπεδο, η φιλοσοφία δεν έχει τίποτα να πει, διότι μόνο η επιστήμη μπορεί να μιλήσει. Μόνον η επιστήμη μπορεί να καταστήσει γνωστό τι είναι το Είναι (στην υλικότητά του) και να καταργήσει / πραγματώσει τη φιλοσοφία ως προς την πρωταρχική οντολογική της αξίωση: να την πραγματώσει… αλλά σε ένα «άλλο» στοιχείο». Από την άλλη πλευρά, μια «μορφική» ή «γενική» οντολογία που μελετά τον καταστατικό χαρακτήρα του Είναι (ή τις ύστατες ιδιότητες, ή το «νόημα» του Είναι) υπό το φως της επιστήμης, και ειδικώς τη σχέση Είναι / σκέψης. Σε αυτό το επίπεδο η φιλοσοφία είναι όσο ποτέ απαραίτητη και η επιστήμη δεν μπορεί να την καταργήσει (ακόμη και «πραγματώνοντάς» την). Έχουμε ανάγκη από μια φιλοσοφική, και οντολογική στην προκειμένη περίπτωση, επεξεργασία της επιστήμης, η οποία θα υλοποιείται όμως από μια αυστηρώς δεύτερη (και όχι δευτερεύουσα) θέση ως προς την επιστήμη, ώστε να αντλεί το περιεχόμενό της από την επιστήμη και μόνον απ’ αυτήν – με αποτέλεσμα να θεμελιώνεται σε αυτήν και όχι να την θεμελιώνει.
Σε αυτό ακριβώς το επίπεδο μπορούμε να ορίσουμε τον υλισμό ως οντολογία και πιο συγκεκριμένα ως επιστημονική οντολογία:
1. Επιβεβαιώνει την αντικειμενικότητα της ύλης, και επομένως την ανεξαρτησία της απ’ την ανθρώπινη σκέψη, και επιβεβαιώνει την εξάρτηση της σκέψης από την ύλη, και ως εκ τούτου, την υλικότητά της. Έτσι ακριβώς προσδιόριζε ο Ένγκελς τον υλισμό με όρους που αναφέρονται στη σχέση της σκέψης με το Είναι (πρώτη σημασία του συγκεκριμένου ερωτήματος). Αλλά πρόκειται για οντολογικό χαρακτηρισμό αφού καταλήγει να αποφαίνεται για την ύστατη ουσία του Είναι ως προς τη σχέση του με τη σκέψη (όπως επίσης για την ουσία της σκέψης): το Είναι δεν είναι σκέψη, αλλά ύλη (και η σκέψη είναι ύλη). Ο υλισμός είναι σαφώς οντολογία! Αυτό δεν θα προκαλέσει γέλια παρά σε όσους θεωρούν ότι μόνο ο ιδεαλισμός μπορεί να σκέφτεται οντολογικά ή σε αυτούς που δεν αποδίδουν αξία στην οντολογία… παρά αν είναι ιδεαλιστική!
2. Αυτή η οντολογία είναι πράγματι επιστημονική. Γεγονός που σημαίνει (θα επανέλθω) ότι είναι σαφώς αντικειμενική και ότι η κατηγορία της ύλης δεν αποτελεί μόνο κατηγορία του Είναι στα πλαίσια της «σχέσης» του με τη σκέψη (σ. 84), αλλά μια κατηγορία του ίδιου του Είναι, καθεαυτού.
Ας γίνουμε σαφείς: η μόνη επιστήμη που μπορεί να θεμελιώσει και επομένως να επιβάλλει αυτήν την υλιστική οντολογία είναι η βιολογία (μαζί με την θεωρία της εξέλιξης με την οποία συνδέεται). Η φυσική (ανεξάρτητα από τις προόδους της στο επίπεδο της κοσμολογίας), δεν ενδιαφέρεται εξορισμού παρά για την ανόργανη ύλη και δεν επιβάλλει επομένως παρά έναν ρεαλισμό του προς γνώση αντικειμένου, της υλικής φύσης (όπου προστίθεται εφεξής η ουσιώδης διάσταση του χρόνου: βλ. Prigogine και Stengers). Δεν αποφαίνεται για τη σχέση (υλικού) Είναι / σκέψης και κατά συνέπεια δεν τοποθετείται ή, αν προτιμάμε, δεν επιβάλλει καμία θέση στα πλαίσια της διαμάχης ιδεαλισμού / υλισμού. Πέρα επομένως απ’ τον «ρεαλισμό του φυσικού αντικειμένου», όλες οι φιλοσοφικές επιλογές είναι συμβατές (συν-δυνατές) με την ύπαρξη της φυσικής, σε όποιο επίπεδο κι αν έχει φτάσει, συμπεριλαμβανομένου επομένως του σπιριτουαλιστικού ιδεαλισμού. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο οι μεγάλες σπιριτουαλιστικές φιλοσοφίες (Ντεκάρτ, Καντ) συνυπήρχαν με την επιστημονική φυσική και υπεράσπιζαν, δίπλα σε μια ευρέως ορθολογική αντίληψη του φυσικού σύμπαντος, μια εφεξής απαρχαιωμένη ανθρωπολογία: η απουσία της βιολογίας τούς επέτρεπε, και δη τούς επέβαλλε αυτό το όριο, εάν αληθεύει όπως σημειώνει ο Politzer (τον οποίο ορθώς παραθέτει ο Sève), ότι πρόκειται για ένα όριο του ίδιου του ορθολογισμού… Αντιθέτως, η βιολογία (σε σύνδεση με την θεωρία της εξέλιξης) αποφαίνεται για τη σχέση Είναι / σκέψης επιβεβαιώνοντας τη φυσική προέλευση του ανθρώπου: υπήρξε ένας κόσμος δίχως τον άνθρωπο (ανεξαρτησία της ύλης ως προς τη σκέψη), και ο άνθρωπος έχει προκύψει από την εμμενή εξέλιξη του κόσμου (εξάρτηση της σκέψης από την ύλη, όπου προστίθεται στη συνέχεια η εξάρτησή της απ’ την ιστορία). Αυτή η διπλή θέση, που προκύπτει ευθέως από την επιστήμη χωρίς καμία «θεωρησιακή αυθαιρεσία», καταδεικνύει ότι «η ενότητα του κόσμου συνίσταται στην υλικότητά του» (Ένγκελς).
Όμως, αυτή η θέση είναι ταυτοχρόνως οντολογική και επιστημονική (επιστημονικά τεκμηριωμένη): αντανακλά απλώς στον χώρο των φιλοσοφικών κατηγοριών, προβλημάτων και θέσεων ό,τι μας λέει …εμμέσως η επιστήμη! Βρισκόμαστε επομένως πράγματι ενώπιον μιας «θεωρίας του Είναι»! Και δεν βλέπω για ποιον άλλο λόγο θα έπρεπε να διατηρήσουμε την ιδέα μιας «σχέσης με την σκέψη», πέραν της δυνατότητας που μας παρέχει να ξεφύγουμε από τον υλιστικό αντικειμενισμό και να επανέλθουμε σε μια μορφή εμμενειοκρατίας, δηλαδή ενός ελάχιστου υποκειμενισμού (του οποίου το ενδεχόμενο, τουλάχιστον, συναντούμε στον Γκράμσι, επί παραδείγματι). Επιπροσθέτως, διατηρώντας την ιδέα «της σχέσης με» (υπό το πρόσχημα ότι αποφεύγουμε τον οντολογιστικό δογματισμό που νομίζω ότι συνδέεται περισσότερο με την διαλεκτική αντίληψη!), κινδυνεύουμε να έρθουμε σε αντίθεση με το κεκτημένο της υλιστικής γνωσιολογίας που επιβεβαιώνει την αντικειμενικότητα της επιστήμης μέσω της κατηγορίας της «αντανάκλασης», και δη να αποδυναμώσουμε την ίδια την ιδέα της βιολογικής επιστήμης ή μιας επιστήμης της εξέλιξης! Για να εγκατασταθούμε στην καρδιά του Είναι, «χωρίς ξένη προσθήκη», αρκεί να επιβεβαιώσουμε τη διπλή θέση της ύπαρξης της ύλης πριν τον άνθρωπο και της καταγωγής του ανθρώπου απ’ αυτήν, στο βαθμό που αυτή η θέση απορρέει από την επιστήμη! Και δεν αντιλαμβάνομαι γιατί το γεγονός ότι η ανθρώπινη σκέψη εκφέρει αυτή τη θέση την εμποδίζει να είναι, λόγω του περιεχομένου της και στο βαθμό που είναι επιστημονική και επομένως αληθής, ανεξάρτητη απ’ τη σκέψη που την εκφέρει και επομένως «αντανάκλαση» του ίδιου του Είναι. Όσο δύσκολο κι αν είναι να σκεφτούμε την αντιστοίχιση της σκέψης με μια άλλη πραγματικότητα (μια ταυτότητα, όπως θα έλεγε ο Λένιν, όχι ουσίας αλλά αντιστοιχίας) και όσο δύσκολο κι αν είναι να την επιβεβαιώσουμε (με ποιον τρόπο μπορεί να βγει η σκέψη απ’ τον εαυτό της για να επιβεβαιώσει το καθεαυτό Είναι στο οποίο δεν έχει πρόσβαση παρά μέσω του εαυτού της; Αυτή ακριβώς είναι η συνήθης ένσταση), πρέπει να διατηρήσουμε την ιδέα ότι ίδιον μιας αληθούς απόφανσης είναι να καταργείται η παρουσία του υποκειμένου που την εκφέρει στην αλήθεια που εκφέρεται. Και η δραστηριότητα του υποκειμένου στην οποία δεν μπορεί εφεξής παρά να δίνει έμφαση η επιστημολογία και η οποία αφορά την πρόοδο της γνώσης, πρέπει να διαγράφεται από τη γνωσιολογία, όταν αυτή στοχάζεται την αντικειμενικότητα του αποτελέσματος της γνώσης: η αλήθεια είναι εν προκειμένω «χωρίς υποκείμενο».
Ο όρος ύπαρξης της ανθρωπότητας τον οποίο δεν μπορεί παρά να ενσωματώνει ένας στοχασμός για την επιστήμη, δεν μπορεί επομένως να αλλοιώσει κατά καμία έννοια την οντολογική αντικειμενικότητα. Ως προς αυτό επίσης, η κυρίαρχη φιλοσοφική άποψη (συμπεριλαμβανομένου του νεοθετικισμού) δυσκολεύεται να χωνέψει την εξής υλιστική πεποίθηση: μια οντολογία με αξιώσεις αντικειμενικότητας δεν θα μπορούσε να είναι σωστή παρά αν ήταν θεωρησιακή (κι ένας Θεός ξέρει πόσες τέτοιες υπάρχουν!), ενώ από την δική της πλευρά, μια υλιστική οντολογία με επιστημονική θεμελίωση θα στερούταν θεωρητικής αξίας. Τελικώς, όπως έλεγε ο Μπασελάρ, η σημερινή επιστήμη δεν έχει τη φιλοσοφία (την οντολογία) που της αξίζει!… Ούτως ή άλλως, και για να επιστρέψουμε στην -υλιστική- αντίληψη του Sève, νομίζω ότι οι διατυπώσεις του παρέχουν πολύ λίγο ή όχι αρκετό οντολογικό βάρος στον ίδιο τον υλισμό.
Αντιθέτως, πιστεύω ότι παρέχει πάρα πολύ οντολογικό βάρος στη διαλεκτική! Υπάρχει στη συγκεκριμένη περίπτωση μια σημαντική συζήτηση, το διακύβευμα της οποίας δεν είναι μόνο φιλοσοφικό αλλά πολιτικό – και το οποίο δεν μπορούμε να διασαφηνίσουμε με λίγες λέξεις. Θα πω μόνο ότι αν από τη μία πλευρά, η ιδέα μιας ελάχιστης (ή αδύναμης) αντικειμενικής διαλεκτικής μού φαίνεται σωστή και ουσιαστική για την ορθή κατανόηση του πραγματικού (χρονικότητα, διαδικασία, ενότητα, διά-δραση, συγκρουσιακότητα, και δη «αντίφαση» υπό τον όρο να χρησιμοποιούμε αυτόν τον όρο με τον μέγιστο βαθμό επιφυλακτικότητας ώστε να αποφύγουμε κάθε ιδεαλιστικό λογοκεντρισμό και ταυτόχρονα κάθε διαλεκτικό οντολογισμό – αλλά ο κατάλογος αυτών των θεμάτων δεν έχει κατ’ ανάγκην τέλος), από την άλλη, ο προσδιορισμός μιας μέγιστης (ισχυρής) αντικειμενικής διαλεκτικής, εγελιανής εμπνεύσεως, έστω και ανεστραμμένης, που θα είχε στόχο να τελειοποιήσει τις μορφές της, νομίζω ότι παραπέμπει σε έναν άκρως αμφισβητήσιμο διαλεκτικό αντικειμενισμό (ή οντολογισμό). Εν ολίγοις, είμαι από εκείνους που πιστεύουν ότι η επεξεργασία μιας διαλεκτικής λογικής (με την ακριβή έννοια μιας μέγιστης και ισχυρής διαλεκτικής, με οντολογική σημασία) αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια υλιστική παρανόηση. Επιπροσθέτως, η ερευνητική της αξία (για τη γνώση) και η επαναστατική ή προοδευτική της αξία (για την πρακτική) δεν είναι κάτι προφανές για εμένα: το σύγχρονο κομμουνιστικό κίνημα, που παλεύει με όλες τις αντιξοότητες που γνωρίζουμε, δεν χρειάζεται μια γενική θεωρία -φιλοσοφικού χαρακτήρα- των αντιφάσεων, αλλά μια συγκεκριμένη επιστημονική γνώση των κοινωνιών μας, και γενικότερα μια γνώση της κατάστασης των ανθρώπων σε αυτές (συμπεριλαμβανομένης της ειδικά ψυχολογικής ή ανθρωπολογικής διάστασης αυτής της κατάστασης), που να αποκαλύπτει συγκεκριμένες δυνατότητες χειραφέτησης στο εσωτερικό τους. Η διαλεκτική έρευνα, ως προς αυτό, όποιο κι αν είναι το εσωτερικό της ενδιαφέρον, και στο βαθμό που υποκαθιστά αυτό το καθήκον της αναγκαίας γνώσης, μού φαίνεται ότι ενέχει ένα μεγάλο κίνδυνο: τον κίνδυνο της παράκαμψης του πραγματικού και των «αντιφάσεων» (ή των αντιξοοτήτων) που το χαρακτηρίζουν (εδώ ή εκεί), και επομένως τον κίνδυνο της απολογητικής – και υπάρχει ένας τρόπος με τον οποίο μπορεί κανείς να επιτίθεται στο πραγματικό, που δεν είναι παρά αντεστραμμένη απολογητική!
Ό,τι κι αν ισχύει ως προς αυτό (αλλά δέχομαι ότι ενδεχομένως να κάνω λάθος) και για να περιοριστούμε στο φιλοσοφικό επίπεδο (αλλά πρέπει ο μαρξισμός να περιοριστεί σε αυτό;) θα πούμε δύο ελάχιστα πράγματα:
1. Η διαλεκτική πρέπει να νοείται υπό τον υλισμό, και επομένως η έννοια του υλισμού πρέπει να έχει τη λογική προτεραιότητα: επειδή υπάρχει ύλη, υπάρχει διαλεκτική ή χρόνος, και όχι το αντίθετο (υπάρχει ύλη επειδή υπάρχει χρόνος). Ο χρόνος δεν είναι υλικός… αλλά η ύλη είναι χρονική! Αυτή η προτεραιότητα έχει προφανώς τεράστιες συνέπειες σε σχέση με τον προσδιορισμό μιας (υλιστικής) διαλεκτικής που θα χαρακτηριζόταν από ενδεχόμενους «νόμους». Για παράδειγμα: τι θα έπρεπε άραγε να συμπεράνουμε εάν η διαλεκτικότητα του πραγματικού, στην υλικότητά του, ενυπήρχε στην χρονική παραγωγικότητά του (ή δημιουργικότητά του) και επομένως στην απόκλισή του από κάθε «νόμο»;
2. Κύριο καθήκον των μαρξιστών στη φιλοσοφία είναι να συμβάλουν στην επεξεργασία και εμβάθυνση του ίδιου του υλισμού. Σε αυτό ακριβώς το επίπεδο πολλά προβλήματα βρίσκονται σε εκκρεμότητα ή στα σκαριά -όπως το πρόβλημα της ηθικής- και οι συγκεκριμένοι άνθρωποι (οι άνθρωποι που εργάζονται, υποφέρουν, επιθυμούν, αγωνίζονται) περιμένουν διασαφηνίσεις που θα βοηθήσουν στην πρακτική τους χειραφέτηση και θα τους επιτρέψουν να «ζήσουν καλύτερα».

Δεν μπορώ να αναπτύξω περισσότερο εδώ αυτές τις παρατηρήσεις. Σας παραπέμπω στο βιβλίο μου Problèmes du matérialisme (Méridiens-Klincksieck, Παρίσι). Ελπίζω να το χρησιμοποιήσετε ως ένα στοιχείο της δημοκρατικής συζήτησης στους κόλπους του μαρξισμού και αναφορικά με τον μαρξισμό, δίχως την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρχει ζωντανός (ή «εν κινήσει») μαρξισμός.