Η "αυτοκρατορία" και οι εχθροί της

Στοιχεία άρθρου
Για να δείτε τυχόν συνημμένα αρχεία (pdf ή word) με το κείμενο του άρθρου θα πρέπει να είστε εγγεγραμμένοι. Η εγγραφή είναι ελεύθερη.
Συγγραφέας: 
Φωτεινή Βάκη
Τεύχος: 
Τεύχος 71
Σελίδα: 
43
Διάθεση κειμένου: 
Πλήρες κείμενο (υποβληθείσα μορφή - χωρίς υποσημειώσεις)

Είναι απορίας άξιον το γεγονός ότι ένα βιβλίο που αβασάνιστα χαιρετίζεται ως το «κομμουνιστικό μανιφέστο του 21ου αιώνα», εισπράττει την ίδια στιγμή διθυραμβικές κριτικές από τα διεθνή κέντρα τύπου και πληροφόρησης. Πώς γίνεται αλήθεια, η «Αυτοκρατορία» των Νέγκρι και Χάρντ να αποτελεί «σημαία» και «βίβλο» μιας καθόλου ευκαταφρόνητης μερίδας του πολύχρωμου και πολυσυλλεκτικού κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης, και παράλληλα οι δημιουργοί της να είναι επίτιμοι προσκεκλημένοι οργανισμών όπως το British Council και ο Economist; Μήπως εν τέλει κάτι τέτοιο πιστοποιεί τον «αβλαβή» χαρακτήρα του εν λόγω κειμένου το οποίο όμως φαίνεται να καλύπτει μια υπαρκτή ανησυχία και να τροφοδοτεί έναν έντονο προβληματισμό περί του «σε τι κόσμο ζούμε σήμερα»;
Το παρόν άρθρο θα επιχειρήσει αρχικά να εκθέσει τις απόψεις του ίδιου του βιβλίου όσον αφορά την διασάφηση του όρου «αυτοκρατορία» καθώς και τις αλλαγές ως προς τις έννοιες χώρος, χρόνος και επαναστατικό υποκείμενο που αυτή συνεπάγεται. Συγκεκριμένα και όσον αφορά τις απόψεις των συγγραφέων του βιβλίου:
Η θέση που υποστηρίζεται στο βιβλίο είναι ότι η «αυτοκρατορία» συνιστά τομή σε σχέση με τους προγενέστερους τρόπους παραγωγής. Για τους Νέγκρι και Χαρντ, αν και η δημιουργία μιας παγκόσμιας αγοράς –απόρροια της εγγενούς τάσης του κεφαλαίου να διαρρηγνύει τα στενά όρια του έθνους-κράτους και να επεκτείνεται- αποτελεί συστατικό στοιχείο του καπιταλισμού, η σημερινή «παγκοσμιοποίηση» δεν είναι μια «ηχώ» του παρελθόντος, ήτοι μια ακόμη «φάση» ή «στάδιο» του καπιταλισμού. Σύμφωνα με την ανάλυση των συγγραφέων, τούτο καταδεικνύεται από τις εξής αλλαγές:
Αλλαγή της έννοιας του χώρου. Η μετάβαση από τον καπιταλισμό στην «αυτοκρατορία» συνεπάγεται την αλλαγή τόσο του χώρου της παραγωγής όσο και αυτού της κυριαρχίας.
Ως προς το πρώτο: αν το εργοστάσιο ήταν η «χωρική» εγγραφή του καπιταλισμού, το «σήμα κατατεθέν» της «αυτοκρατορίας» είναι το «δίκτυο». Ο γεωμετρικός χώρος και η φυσική εγγύτητα του νεωτερικού εργοστασίου αντικαθίστανται από την εικονική πραγματικότητα των επικοινωνιακών δικτύων. Το εμπόρευμα δεν ταυτίζεται πλέον με ένα υλικό αντικείμενο. Ως εμπορεύματα παράγονται σήμερα η πληροφορία, η επικοινωνία, η έρευνα. Ο άυλος χαρακτήρας της παραγωγής της πληροφοριακής οικονομίας συνιστά όρο ευελιξίας, κινητικότητας και «αποεδαφικοποίησης» τόσο της ζωντανής εργασίας όσο και του κεφαλαίου. H κλασσική πλέον στην μαρξιστική συζήτηση αντίθεση ανάμεσα στην «φυγόκεντρο» λογική της ελεύθερης ροής του κεφαλαίου και την κεντρομόλο τάση του έθνους κράτους τείνει να ξεπεραστεί προς όφελος του πρώτου: η προοδευτική τάση δημιουργίας μιας παγκόσμιας αγοράς (ορατής πλέον δια γυμνού οφθαλμου) συνιστά όχι μόνο προνομιακό χώρο πραγμάτωσης της εγγενούς τάσης διεθνοποίησης του κεφαλαίου αλλά και απάντηση στον «παλαιού τύπου» ιμπεριαλισμό που έπαίξε ανεπιτυχώς (τουλάχιστον κατά την Ρόζα Λούξεμπουργκ) τον ρόλο του «διαμεσολαβητή» μεταξύ κεφαλαίου και έθνους κράτους οδηγώντας σε μεγάλες οικονομικές κρίσεις.
Ως προς το δεύτερο: Σύμφωνα με τους Hardt και Negri, η «αυτοκρατορία» συνιστά ένα νέο «παράδειγμα» «εικονικής» και εν τέλει «ά-κεντρης» κυριαρχίας που έρχεται σε πλήρη ρήξη με τον κλασσικό τύπο κυριαρχίας στην νεωτερικότητα, ήτοι το «έθνος-κράτος. Ωστόσο, το επίμαχο ζήτημα τού κατά πόσον το νεωτερικής προέλευσης έθνος-κράτος αποδυναμώνεται για να αντικατασταθεί βαθμηδόν από τις θεσμικές ενσαρκώσεις και «θεραπαινίδες» του υπερεθνικού κεφαλαίου, όπως είναι οι G8, η παγκόσμια τράπεζα, το διεθνές οικονομικό φόρουμ, κ.ο.κ., αλλά και τι συνεπάγεται η παραπάνω αποδυνάμωση όσον αφορά πολιτικά δικαιώματα και ελευθερίες (δεδομένης της περίοπτης θέσης που καταλαμβάνει το έθνος-κράτος στην νεωτερική «ατζέντα» ως ο κατ’ εξοχήν φορέας δικαιωμάτων του πολίτη) δεν θα μας απασχολήσει επί του παρόντος.
Το άρθρο σκοπεύει, αντίθετα, να επικεντρωθεί στην αλλαγή της έννοιας του χρόνου που συνεπάγονται οι παραπάνω αλλαγές ως προς την έννοια «χώρος». Η εν λόγω επανερμηνεία της έννοιας «χρόνος» εντός του πλαισίου της «αυτοκρατορίας» παραπέμπει βεβαίως στην επαναδιατύπωση της μαρξικής θεωρίας της αξίας εν όψει των αλλαγών του τρόπου και χώρου της παραγωγής (τουλάχιστον σύμφωνα με την ανάλυση των συγγραφέων) αλλά και στην επαναδιατύπωση των δυνατοτήτων που αυτή διανοίγει όσον αφορά τη συγκρότηση ενός νέου πολιτικού υποκειμένου («πλήθους»).
Η άρνηση των συγγραφέων να ερμηνεύσουν την «αυτοκρατορία» ως ένα διαφορετικό στάδιο του καπιταλισμού παρά ως «υπέρβασή» του, συνεπάγεται και μια υπόρρητη αμηχανία όσον αφορά το θεωρητικό πλαίσιο ερμηνείας του «νέου». Οι κατηγορίες της μαρξικής πολιτικής οικονομίας ως του κατ’ εξοχήν εργαλείου ανάλυσης του καπιταλισμού είτε απορρίπτονται είτε επανερμηνεύονται υπό το φως νέων δεδομένων. Δύο είναι οι θεμελιώδεις έννοιες που υφίστανται επανερμηνεία λόγω της θέσης των συγγραφέων ότι η «αυτοκρατορία» είναι το «ριζικά νέο» και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεματοποιηθεί θεωρητικά με βάση τις κλασσικές κατηγορίες ανάλυσης του «νεωτερικού» καπιταλισμού: η «αξία» και το πολιτικό υποκείμενο.
Ήδη από την δεκαετία του ’70, πλείστοι θεωρητικοί απορρίπτουν ως «πεπαλαιωμένα» τα σχήματα της πολιτικής οικονομίας. Οι συγγραφείς της αυτοκρατορίας συναινούν στην παραπάνω θέση και υποστηρίζουν ότι η διαρκής επαναστατικοποίηση της τεχνικής βάσης του καπιταλισμού, η ραγδαία ανάπτυξη της επιστήμης, της τεχνολογίας, της τεχνογνωσίας, των γνώσεων, ικανοτήτων κ.ο.κ. συνιστά τόσο όρο γένεσης της αξίας (εφόσον η διερυμένη υπαγωγή της επιστήμης και της τεχνικής στην παραγωγική διαδικασία υπαγορεύεται από την ανάγκη απόσπασης ολοένα και περισσότερης υπεραξίας και την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στην κεφαλαιοκρατική παραγωγή μετατρέποντας την κοινωνία σε ένα μεγάλο εργοστάσιο) όσο και άρσης της, στο βαθμό που η τεχνολογία επιφέρει βαθμηδόν το τέλος της ανθρώπινης εργασίας. Θεωρητικό έρεισμα της ευρέως διαδεδομένης «τεχνοφαντασίωσης» του τέλους της εργασίας λόγω της αντικατάστασής της από τα αυτοματοποιημένα συστήματα συνιστά η θέση ότι η τεχνολογία αφεαυτή είναι γενεσιουργός αιτία κοινωνικών σχέσεων, κοινωνικού πλούτου, ευημερίας ή δυστυχίας. Οι υποστηρικτές της εν λόγω θέσης δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι δεν «γεννά» η τεχνολογία κοινωνικές σχέσεις αλλά οι κοινωνικές σχέσεις τεχνολογία.
Το τετελεσμένο της «μεταβάσεως εις άλλον γένος» κρίνει μεν, τις κατηγορίες της μαρξικής πολιτικής οικονομίας εξοβελιστέες όχι όμως και το προλεταριάτο ως δυνάμει επαναστατικό υποκείμενο το οποίο ανα-βαπτίζεται σε «πλήθος». Η απόπειρα «παραγωγής» επαναστατικού υποκειμένου μεσούσης της αυτοκρατορίας υπαγορεύεται από μια υπόρρητη εμμονή στο θεωρητικό σχήμα του εργατισμού της ιταλικής αυτονομίας κατά το οποίο η ανασυγκρότηση του κεφαλαίου συνιστά απάντηση και άμυνα απέναντι στο εργατικό κίνημα . Ομοίως το «πλήθος» που αντικαθιστά το προλεταριάτο των μαρξικών αναλύσεων είναι αίτιο παρά αιτιατό της «Αυτοκρατορίας». Συνιστά τον όρο ύπαρξής της εφόσον οι «ουσιώδεις» δυνάμεις του «πλήθους», ήτοι η εργασία του δίνουν σάρκα και όστά στην αυτοκρατορία. Και αντίστροφα: είναι τέτοια η υφή της αυτοκρατορίας και το «υλικό» από το οποίο είναι φτιαγμένη που να καθιστά δυνατή την διαμόρφωση επαναστατικής συνείδησης του πλήθους. Για τους Νέγκρι και Χαρντ, η άυλη και ευέλικτη εργασία στην αυτοκρατορία που διαρρηγνύει τα σύνορα του κλασσικού έθνους-κράτους και καταργεί τον γεωμετρικό χώρο, καταδικάζει τις δυνάμεις τις ζωντανής εργασίας σε διαρκή και αέναη περιπλάνηση. Αν η πλειοψηφία των θεωριών του φυσικού δικαίου, που συνιστούν το θεωρητικό πλαίσιο της εποχής του κλασσικού φιλελευθερισμού, συνδέει την εργασία με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, η προάσπιση του οποίου αποτελεί και έναν εκ των κυριοτέρων λόγων συγκρότησης πολιτικής κοινωνίας, στην εποχή της αυτοκρατορίας ο εργαζόμενος δεν ταυτίζεται πλέον με τον κάτοχο αλλά με τον νομάδα, που όντας ευέλικτος περιπλανιέται αέναα προς άγραν εργασίας με κύρια αποσκευή την εργατική του δύναμη. Για τους συγγραφείς του βιβλίου παρόλα αυτά, ο εν λόγω νομαδισμός συνιστά και όρο δυνατότητας επαναστατικής συνείδησης του πλήθους. Το τελευταίο γίνεται την ίδια στιγμή δημιουργός και ανατροπέας της αυτοκρατορίας. Βεβαίως, το κατά πόσον η εμπειρία της διαρκούς μετανάστευσης μπορεί να προσμετρηθεί ως ικανή και αναγκαία συνθήκη διαμόρφωσης ενός νέου πολιτικού υποκειμένου που προοιωνίζεται τον κοινωνικό μετασχηματισμό είναι κάτι που μένει να απαντηθεί. Όπως μένουν να διαυγασθούν και οι μηχανισμοί ανάδυσης του νέου επαναστατικού υποκειμένου σε συνθήκες μάλλον δυσοίωνες που, κατά τους συγγραφείς, η πραγματική υπαγωγή έχει ολοκληρωθεί.
Σε αντίθεση με την ανάλυση των συγγραφέων, θα υποστηριχθεί η εξής θέση: αν και ορισμένες από τις αλλαγές που περιγράφονται από τους συγγραφείς, όπως αυτές που αφορούν τον τρόπο παραγωγής και ιδιαίτερα την μετάβαση από το βιομηχανικό στο «δικτυακό» μοντέλο παραγωγής όπου κυριαρχεί η «άυλη» εργασία ανταποκρίνονται εν πολλοίς στην πραγματικότητα, δεν συνιστούν ωστόσο «ικανούς και επαρκείς» όρους γένεσης ενός τρόπου παραγωγής που θα αξίωνε τον τίτλο του «ριζικά νέου», της «τομής» ή «ρήξης» με το παρελθόν. Είναι αλήθεια ότι ο άυλος χαρακτήρας της παραγωγής της πληροφοριακής οικονομίας «παγκοσμιοποιεί» τόσο την ζωντανή εργασία όσο και το κεφάλαιο. Γίνεται όρος κινητικότητας και ευελιξίας τους αντικαθιστώντας τον γεωμετρικό χώρο του εργοστασίου από την εικονική πραγματικότητα των δικτύων. Είναι επίσης αλήθεια ότι το «δικτυακό» μοντέλο οικονομίας ενισχύει την εξουσία των πολυεθνικών και τείνει να διαρρήξει τα όρια του έθνους-κράτους.
Παρόλα αυτά και σε αντίθεση με την θέση των Negri και Hardt: στο βαθμό που τόσο η εμπορευματική παραγωγή (έστω γνώσης και πληροφορίας σήμερα) όσο και η ατομική ιδιοκτησία εξακολουθούν να αποτελούν κυρίαρχες κοινωνικές μορφές, το νέο μοντέλο, η «Αυτοκρατορία» δεν έρχεται σε πλήρη ρήξη με το παρελθόν. Πρόκειται μάλλον για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης του ίδιου του καπιταλισμού που διαδέχεται τον φορντισμό και ταιϊλορισμό και θα μπορούσε να «βαπτιστεί» «πληροφοριακός καπιταλισμός».

1. Περί αυτοκρατορίας

Η βασική θέση των Χαρντ και Νέγκρι είναι ότι η αυτοκρατορία δεν αποτελεί ολοκλήρωση των ενδο-ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων αλλά το οριστικό τέλος τους. Σύμφωνα με την κλασσική μαρξική παράδοση στο «Κεφάλαιο» και τα Grundrisse, το raison d’ etre του κεφαλαίου, η εγγενής του τάση είναι η διαρκής επέκτασή του, φυσική απόληξη της οποίας είναι η διάρρηξη των τοπικών και εθνικών συνόρων και η ολοκλήρωση της παγκόσμιας αγοράς, ένας υπεριμπεριαλισμός, για να ανακαλέσουμε την ορολογία του Κάουτσκυ. Ακολουθώντας μια τέτοια συλλογιστική, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η αυτοκρατορία είναι η εσχατιά του ιμπεριαλισμού. Για τους Νέγκρι και Χαρντ ωστόσο, η αυτοκρατορία συνιστά ρήξη με το παρελθόν, αποτελεί ουσιαστικά μια αλλαγή παραδείγματος που σπάει την προυποτιθέμενη στις ποικίλες φιλοσοφίες της ιστορίας γραμμικότητα του ιστορικού χρόνου. Η αυτοκρατορία, σε αντίθεση με τις κλασσικές αναλύσεις των Μαρξ, Λένιν, Κάουτσκυ, είναι ένα ενιαίο μόρφωμα χωρίς κέντρο. Είναι ένας παγκοσμιοποιημένος σχηματισμός χωρίς ιμπεριαλισμό. Δεν έχει εθνική ταυτότητα. Δεν είναι made in U.S.A. Είναι αντιθέτως αποεδαφικοποιημένη (σς. Δίχως εθνικό κέντρο), ανώνυμη και απρόσωπη.
Η αυτοκρατορία γεννιέται όταν οι κυρίαρχες παραγωγικές δυνάμεις είναι η γλώσσα και η επικοινωνία, δηλαδή η άυλη εργασία. Η πρώτη της ύλη είναι τα δίκτυα επικοινωνιών, τα μεταναστευτικά ρεύματα που αλλοιώνουν καθημερινά τη γεωγραφία του πλανήτη και οι ροές κεφαλαίων. Κινητικότητα και ευελιξία είναι οι καθημερινότητά της. Συγκεκριμένα και όσον αφορά την εργασία:
Η αυτοκρατορία χαρακτηρίζεται από το πέρασμα στην οικονομία της πληροφορίας η οποια επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην φύση και την ποιότητα της εργασίας. Μια από αυτές είναι η μετάβαση από το Φορντισμό στον Τογιοτισμό. Η μαζική παραγωγή ενός καθορισμένου αριθμού εμπορευμάτων, σήμα κατατεθέν της Φορντικής εποχής, αντικαθίσταται από την απευθείας σύνδεση παραγωγής και αγοράς –σήμα κατατεθέν του Τογιοτικού παραγωγικού μοντέλου- Τα εργοστάσια διατηρούν μηδενικό στοκ και τα εμπορεύματα παράγονται κατ΄απαίτησην της αγοράς με βάση τις ανάγκες της.
Η δεύτερη σημαντική αλλαγή αφορά την ίδια την ποιότητα των παραγόμενων εμπορευμάτων. Τα τελευταία δεν είναι πλέον υλικά αλλά κυρίως πληροφορίες. Κατ’ επέκταση, η εργασία που παράγει άυλα αγαθά, όπως υπηρεσίες, γνώσεις, πληροφορίες, επικοινωνίες, ακόμα και πολιτισμικά αγαθά, αποκαλείται «άυλη εργασία». Τέλος, κατα τους συγγραφείς ο χαρακτήρας αυτού που ο Marx όρισε ως «αφηρημένη εργασία», ως επένδυση της εργατικής δύναμης, φαίνεται τώρα να αυτοματοποιείται πλήρως και να περνά μέσα απο τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Με τα λόγια των ίδιων, «ο υπολογιστής γίνεται καθολικό εργαλείο, ή μάλλον κεντρικό εργαλείο μέσα από το οποίο περνούν τα πάντα».

Α. Η έννοια του χώρου στην αυτοκρατορία

Η οικονομία της πληροφορίας, η αυτοματοποίηση της παραγωγής συνεπάγεται όμως τη δραματική αλλαγή της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας: Αν η νεωτερικότητα χαρακτηρίζεται από το μαζικό εργοστάσιο και τις εργατουπόλεις που προϋπέθεταν τεράστιες μετακινήσεις και συγκεντρώσεις πληθυσμών, η αυτοκρατορία χαρακτηρίζεται αντίθετα, από την αποκέντρωση και την αποεδαφικοποίηση της παραγωγής. Ο εργασιακός χώρος καταργείται από τις σύγχρονες τεχνολογίες πληροφορίας μέσα από τις οποίες μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους οι εργαζόμενοι. Έννοιες όπως «φυσική παρουσία», τοπικότητα και απόσταση, αίρονται απο τη στιγμή που η ηλεκτρονική δικτύωση επιτρέπει την κατ’ οίκον εργασία και προοιωνίζονται αυτό που ο Μπιλ Γκέιτς αποκαλεί «καπιταλισμό χωρίς τριβές» εννοώντας την τάση των επικοινωνιακών δικτύων να ξεπερνούν κάθε εμπόδιο στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων.
Από την άλλη πλευρά όμως, «η φυγόκεντρη αυτή κίνηση της παραγωγής, εξισορροπείται από την κεντρομόλο τάση της εντολής». Τα δίκτυα υπολογιστών και οι τεχνολογίες επικοινωνιών γίνονται ένα «χάι τεκ» «πανοπτικόν» αφού μπορούν να ελέγξουν εκτενέστερα τους εργαζόμενους από ένα κεντρικό σημείο. Οι χώροι που δεξιώνονται τα κέντρα ελέγχου καθώς επίσης και τον κύριο όγκο των οικονομικών και εμπορικών συναλλαγών είναι κάποιες πόλεις-κλειδιά (π.χ. Νέα Υόρκη, Λονδίνο και Τόκυο). Φαίνεται ότι η παρακμή των βιομηχανικών πόλεων-εμβλημάτων της νεωτερικότητας και της βιομηχανικής επανάστασης αντιστοιχεί στην γένεση των πόλεων της παγκοσμιοποίησης ή των πόλεων-ελέγχου.
Αν στο λυκαυγές της νεωτερικότητας το κράτος έπαιρνε υπερβατική διάσταση και αποκαλούνταν από μια μακρά παράδοση της πολιτικής φιλοσοφίας, που ξεκινά με τον Χομπς και καταλήγει στον Χέγκελ, «Θεός επι της Γής», ο σύγχρονος Θεός, απρόσωπος, αόρατος αλλά πανταχού παρών είναι η εργασία στην άυλη, αφηρημένη μορφή της. Κατά τους Νέγκρι και Χάρντ, οι σχέσεις καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, βγαίνοντας από τον χώρο του εργοστασίου, απλώνονται παντού, σε όλον τον κοινωνικό χώρο.
Οι αλλαγές στην οικονομία και την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου που στοιχειοθετούν την μετάβαση από την νεωτερικότητα στην αυτοκρατορία αντιστοιχούν, μιλώντας το ιδίωμα του Φουκώ, στην μετάβαση από την κοινωνία της πειθάρχησης, κατά την οποία οι κοινωνικές επιταγές πραγματώνονται μέσα από μια χωροταξία μηχανισμών ή θεσμών πειθάρχησης, όπως είναι η φυλακή, το εργοστάσιο, το άσυλο, κ.ο.κ στην κοινωνία του ελέγχου, στην οποία η νόρμα και η κοινωνική ενσωμάτωση παύουν να στεγάζονται σε κάποια ιδρύματα διότι απλούστατα έχουν εσωτερικευθεί από τα ίδια τα άτομα. Ο έλεγχος και η πειθάρχηση είναι διάχυτα παντού.
Σε αυτό το σημείο, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι σε αυτόν τον λείο, άνευ τριβών, εθνικών ορίων και γεωγραφικών φραγμάτων «θαυμαστό καινούριο κόσμο» μας, που είναι ένα παγκόσμιο δίκτυο πληροφορίας, η παραγωγή είναι βιοπολιτική ενώ η εργατική δύναμη ανα-βαπτίζεται σε βιοδύναμη. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή, που όπως αναφέρθηκε προτύτερα διαχέεται παντού, άυλη, καθιστώντας την αυτοκρατορία την ου-τοπία (με την κυριολεκτική σημασία του όρου ου-τοπία) της εργασίας, δεν παράγει μόνο προιόντα αλλά και τις ίδιες τις κοινωνικές σχέσεις και υποκειμενικότητες. Δεν παράγει μόνο εμπορεύματα για την κοινωνία αλλά και τις κοινωνικές αναπαραστάσεις αυτών. Το οικονομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό αλληλοδιαπλέκονται.
Ομοίως, όπως οι παραγωγικές δυνάμεις και η διαδικασία της παραγωγής δεν είναι διακριτές από τις άλλες σφαίρες του αυτοκρατορικού μορφώματος ή αξιολογικά ουδέτερες, έτσι και η εργατική δύναμη γίνεται βιοδύναμη. Ο όρος αντλείται και πάλι απο τον Φουκώ και αναφέρεται στην πολιτική εκμετάλλευση της ανθρώπινης βιολογικής υπόστασης ως όρου αναπαραγωγής του καπιταλισμού, με την έννοια της διασφάλισης υγειούς, παραγωγικής, πειθαρχημένης και υποτακτικής εργατικής δύναμης. Σε αυτό το σημείο οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τον όρο οντολογία –έναν κατ΄εξοχήν προ-νεωτερικό όρο- για να φωτογραφήσουν την «κρυμμένη κατοικία της παραγωγής» στην αυτοκρατορία. Η οντολογία δεν αναφέρεται σε μια «πρωταρχη» ήτοι σε μια αναλλοίωτη και αμετάβλητη ουσία όντος αλλά πρόκειται για μια οντολογία πράξης δια της οποίας αναπαράγεται ο βίος. Είναι μια εμμενής οντολογία κατά το οξύμωρον των ίδιων. Με τον όρο οντολογία οι Νεγκρι και Χαρντ εννοoύν, επομένως, την εμμενή και όχι υπερβάτική, δηλαδή, έξωθεν συγκρότηση του πολιτικού.
Όπως γράφουν: «Σε αυτό το πλαίσιο, η οντολογία δεν είναι μια αφηρημένη επιστήμη. Περιλαμβάνει την εννοιακή αναγνώριση της παραγωγής και αναπαραγωγής του όντος και την αναγνώριση επομένως, ότι η πολιτική πραγματικότητα συγκροτείται από την κίνηση της επιθυμίας και την πρακτική πραγμάτωση της εργασίας ως αξίας».
Εδώ ωστόσο υπάρχει μια μεγάλη ασάφεια, χαρακτηριστική και των ορίων του θεωρητικού εγχειρήματος που θα αποτελέσει το θέμα της επόμενης ενότητας.

Β. Χρόνος και Αυτοκρατορία

Μέχρι στιγμής αναφερθήκαμε εκτενώς στην αλλαγή της έννοιας του χώρου στην αυτοκρατορία. Οι συγγραφείς ωστόσο, προς το τέλος του βιβλίου ερμηνεύουν τον χρόνο στην αυτοκρατορία. Το πέρασμα από την προ-νεωτερικότητα στην νεωτερικότητα σηματοδοτείται από αλλαγή της σημασιολογίας του χρόνου. Εαν στην προ-νεωτερικότητα ο χρόνος είναι ανάγλυφος, γίνεται δηλαδή αντιληπτός στην βάση κοινωνικών εκδηλώσεων, γεγονότων, τελετουργικών κ.ο.κ, στη νεωτερικότητα ο χρόνος είναι ευθύγραμμος, αφηρημένος και ομοιογενής. Πρόκειται για τον Νευτώνειο χρόνο. Η διαφορά μεταξύ προ-νεωτερικότητας και νεωτερικότητας έγκειται στο ότι στη πρώτη ο χρόνος λαμβάνει χώρα στα γεγονότα, ενώ στη δεύτερη, τα γεγονότα λαμβάνουν χώρα στο χρόνο. Στον νεωτερικό χώρο του εργοστασίου αντιστοιχεί ο χρόνος ως μονάδα μέτρησης της αξίας του εμπορεύματος.
Η βιοπαραγωγή στην αυτοκρατορία, η διάρρηξη των χωρικών ορίων του έθνους-κράτους, των ορίων κέντρου-περιφέρειας, του εργοστασίου, η άυλη εργασία που παράγει υπηρεσίες και πληροφορίες, συνεπάγονται και την αλλαγή της έννοιας του χρόνου και ως εκ τούτου την επαναδιαπραγμάτευση της μαρξικής θεωρίας της αξίας. Ως προς την τελευταία, το κείμενο διέπεται από μια αμφισημία:
Από την μια, οι συγγραφείς θεωρούν ότι η επαναστατικοποίηση της τεχνικής βάσης του καπιταλισμού υπαγορεύεται μεν από τον νόμο της αξίας, αφού αποσκοπεί στην αύξηση της υπεραξίας, αλλά την ίδια στιγμή τον καθιστά περιττό αφού η επιστήμη, η τεχνολογία, οι συσσωρευμένες γνώσεις και δεξιότητες, εν ολίγοις ό,τι ο Μαρξ αποκαλεί «γενική διάνοια» τείνουν να υποκαταστήσουν βαθμηδόν την ανθρώπινη εργασία που συνιστά αναπόσπαστο όρο της παραγωγής αξίας. Επιπλέον, η υπαγωγή και χρήση της γνώσης στην παραγωγική διαδικασία ως άμεση εργατική δύναμη στον ύστερο, τεχνολογικά αναπτυγμένο καπιταλισμό, φέρει την μαρξική θεωρία της αξίας αντιμέτωπη με το πρόβλημα της μετρησιμότητας της εργασίας.
Από την άλλη όμως, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η «αυτοκρατορία» συνιστά το κατ’ εξοχήν πεδίο πραγμάτωσης της «θεωρίας της αξίας» εφόσον η αποκέντρωση, ελαστικότητα και εξατομίκευση της εργασίας που επιφέρει η τεχνολογία καταργούν το εργοστάσιο ως τον κατ’ εξοχήν χώρο εργασίας μετατρέποντας σε εργοστάσιο την ίδια την κοινωνία (η τηλεργασία, δηλαδή η κατ’ οίκον «δικτύωση» μέσω υπολογιστή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανατροπής της κοινωνικοποίησης της παραγωγής, χαρακτηριστική της βιομηχανικής εποχής και εισόδου των εργαζόμενων ως απλών ατόμων σε ένα ευέλικτο δίκτυο).
Το ανυπέρβλητο ωστόσο πρόβλημα της επανερμηνείας της θεωρίας της αξίας υπό το φως της «αυτοκρατορίας» δεν είναι τόσο η παραπάνω αμφισημία που μάλλον αποτελεί σύμπτωμα αμηχανίας μπροστά στις νέες πραγματικότητες αλλά και τους μύθους της παγκοσμιοποίησης όσο η ψευδαίσθηση ή «τεχνοφαντασίωση» ότι τα τεχνολογικά και επιστημονικά επιτεύγματα όντας «κοινοκτημοσύνη» της ανθρωπότητας ή συλλογική κατάκτηση του «πλήθους» που τα παρήξε, ανοίγουν δρόμους χειραφέτησης.
Θα ήταν κοινοτοπία να αντιτάξει κανείς σε αυτό το σημείο ότι η τεχνολογικά αναπτυγμένος, «πληροφοριακός» ύστερος καπιταλισμός ή «αυτοκρατορία» δημιουργεί έναν νέο τύπο δικτυακού ή δικτυωμένου εργάτη που λειτουργεί ως δεύτερης κατηγορίας ρομπότ που λόγω «αποκέντρωσης» της παραγωγής εισέρχεται ως «απασχολήσιμος» ή «αναλώσιμος» σε ένα ευέλικτο δίκτυο που δεν υπάγεται σε κανένα προστατευτικό πλαίσιο νομικών ρυθμίσεων.
Θα ήταν επίσης κοινοτοπία να τονίσει κανείς ότι η ραγδαία ανάπτυξη των τεχνολογιών και η διευρυμένη υπαγωγή τους στην παραγωγή δημιουργεί τους «μετα-νεωτερικούς», «μετα-βιομηχανικούς» Λουδίτες που αντικαθίστανται από τις μηχανές.
Θα ήταν τέλος κοινοτοπία να υπενθυμήσει κανείς δια στόματος M. Castells ότι η μεταβιομηχανική κοινωνία ίσως είναι ένας μύθος. Μια προκατάληψη του αμερικανικού εθνοκεντρισμού που δεν αντιπροσωπεύει καν την αμερικανική εμπειρία. Αν κάτι εν τέλει χαρακτηρίζει τον «ύστερο καπιταλισμό» ή κατά άλλους την «αυτοκρατορία» ή την μεταβιομηχανική κοινωνία της γνώσης, αυτό είναι το ρήγμα μεταξύ του θεάματος και της υλικής του βάσης: μεταξύ του άυλου σκηνικού και κάποιων αδιαόρατων, πίσω από τις κουϊντες σκηνοθετικών μηχανισμών. Όπως ακριβώς στην «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ , η δουλειά συνεχίζεται στα υπόγεια και στο σκότος, έτσι και πίσω από την υπέρλαμπρη, στιλπνή άνευ τριβών ηλεκτρονική γεωγραφία των δικτύων μέσα από τα οποία ρέει το χρηματιστικό κεφάλαιο διαρρηγνύοντας τα στενά εθνικά όρια και πραγματώνοντας μια παγκόσμια αγορά βρισκονται αόρατοι εκατομμύρια εργατών που μοχθούν νυχθημερόν στα εργοστάσια του τρίτου κόσμου. Είναι οι ηττημένοι, αυτοί που κατά Αντόρνο, «έμειναν στην άκρη του δρόμου –τροπον τινά τα απόβλητα υλικά και τα τυφλά σημεία που έχουν ξεφύγει από τη διαλεκτική». Όπως έγραφε κι ο νεαρός Μαρξ στα χειρόγραφα, «πρόκειται για νεφελώδη πρόσωπα που δεν υπάρχουν στην επικράτεια της πολιτικής οικονομίας». Η παγκόσμια αγορά τελικά δεν σημαίνει και παγκόσμια εργατική δύναμη. Διότι πώς μπορεί να εξηγηθεί ότι διακινούμενα διεθνώς εμπορεύματα προέρχονται από παιδική εργασία ή από ενήλικες που εργάζονται υπό εξευτελιστικές συνθήκες δουλείας χωρίς δικαιώματα και ασφάλιση; Πώς μπορεί να εξηγηθεί ότι το 2003 300 εκατ. Αφρικανοί έξησαν με ένα δολλάριο την ημέρα; Και πώς εξηγείται ότι στην κοινωνία της γνώσης ή την Τρίτη βιομηχανική επανάσταση ένα σεβαστό κομμάτι λαών και πληθυσμών δεν έχει καν πρόσβαση στις κατακτήσεις της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης; Σε υδροδότηση, αποχέτευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
Η ρίζα της τεχνοουτοπίας και αισιοδοξίας των συγγραφέων της «αυτοκρατορίας» ανιχνεύεται στην εξής παρερμήνευση που φαίνεται να συνιστά παραδόξως κοινό θεωρητικό τόπο «αντίπαλων στρατοπέδων» όπως αυτών των αριστερών «συμμάχων» της παγκοσμιοποίησης τύπου Negri και Hardt και του Habermas : Η εν λόγω παρερμήνευση αφορά τον ρόλο της επιστήμης και της τεχνολογίας εν γένει. Κατ’ αυτήν, η τεχνολογία είναι αφεαυτή ικανή και αναγκαία συνθήκη πλούτου, ευημερίας ή ανέχειας.
Αυτή όμως η προσέγγιση φαίνεται να αγνοεί περίτεχνα ότι στον καπιταλισμό όπου η κυρίαρχη κοινωνική μορφή είναι το εμπόρευμα ενώ στόχος είναι η παραγωγή αξίας και υπεραξίας, δεν γεννά η τεχνολογία κοινωνικές σχέσεις αλλά οι κοινωνικές σχέσεις τεχνολογία. Αυτό που ο Μαρξ βάφτισε «γενική διανόηση», ήτοι η επιστήμη, τεχνογνωσία, τεχνολογία, ικανότητες, ταλεντα, κ.ο.κ δεν είναι αίτιο αλλά άμεσο παρεπόμενο της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου και της αναδιάταξης των εργασιακών σχέσεων με σκοπό την απόσπαση περισσότερης υπεραξίας.
Στο σημείο αυτο όμως, θα ήταν χρήσιμη μια αναφορά στο ίδιο το μαρξικό έργο.
Στον Μαρξ, είναι καθοριστική η διάκριση μεταξύ υλικού πλούτου και αξίας. Η αξία μετράται με βάση την επένδυση εργασίας. Το μέτρο επένδυσης εργασίας είναι ο χρόνος και συγκεκριμένα ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος. Η αυξημένη παραγωγικότητα αυξάνει τον αριθμό των υλικών προιόντων αλλά δεν μεταβάλλει το μέγεθος της αξίας που αποδίδεται σε μια χρονική μονάδα. «Η ίδια εργασία που γίνεται στον ίδιο χρόνο, πάντα αποδίδει το ίδιο ποσό αξίας, ανεξάρτητα από αλλαγές στην παραγωγικότητα». Φυσικά μια εύλογη ερώτηση είναι η εξής: γιατί τότε υπάρχει η εγγενής τάση στον καπιταλισμό να επαναστατικοποιεί την τεχνική του βάση; Προς τι η ανεξέλεγκτη παραγωγικότητα; Η απάντηση είναι ότι όρος δυνατότητας του κεφαλαίου είναι η αύξηση του μεγέθους της αξίας, που είναι εφικτή μόνο λόγω εκείνου του εμπορεύματος του οποίου η αξία χρήσης είναι να παράγει αξία και δεν είναι άλλο από την εργατική δύναμη. Η υπεραξία, η αύξηση του μεγέθους της αξίας γίνεται μόνο όταν αυξάνεται ο πλεονάζων εργατικός χρόνος έναντι του αναγκαίου. Κι αυτό γίνεται είτε με επιμήκυνση της εργατικής ημέρας είτε με την επαναστατικοποίηση της τεχνικής βάσης της παραγωγής (νέες τεχνολογίες, αυτοματισμός, κτλ,) έτσι ώστε να μειωθεί ο αναγκαίος χρόνος εργασίας, αυτός δηλαδή που χρειάζεται η εργατική δύναμη για να παραχθεί η ίδια ως εμπόρευμα, η αξία του ίδιου του εργαζόμενου.
Παρατηρείται επομένως η εξής αντίφαση: στον καπιταλισμό, ακριβώς επειδή μορφή πλούτου είναι η αξία και στόχος της παραγωγής η υπεραξία, υπάρχει ώθηση για ολοένα και μεγαλύτερη παραγωγικότητα που τείνει να υποκαταστήσει την ανθρώπινη εργασία με την γενική διάνοια. Την ίδια όμως στιγμή ακριβώς επειδή ο στόχος είναι η υπεραξία, είναι αδιανόητη η παραγωγή χωρίς τον ανθρώπινο εργατικό χρόνο. Διαφορετικά διατυπωμένο: Η αντίφαση που ενυπάρχει είναι μεταξύ της αφηρημένης εργασίας ως διαμεσολαβούσας στιγμής της κοινωνικής ολότητας και του συνόλου γνώσεων και δεξιοτήτων που η συσσώρευσή τους προκαλείται από αυτήν την ίδια τη διαμεσολάβηση. Στον καπιταλισμό, ο όρος δυνατότητας του κοινωνικού πλούτου, της γενικής διάνοιας είναι το φτώχεμα, το άδειασμα, ο κατακερματισμός της ανθρώπινης εργασίας η οποία παρα ταύτα πρέπει να διατηρηθεί διότι είναι πηγή αξίας.
Επομένως και με βάση την διαύγαση των αντιφάσεων που επισημαίνει ο ίδιος ο Μαρξ στο «Κεφάλαιο» και τα «Γκρουντρίσε» η γενική διάνοια θα αποτελούσε εργατική δύναμη σε μια μορφή κοινωνικού σχηματισμού όπου η μορφή πλούτου θα ήταν π.χ. ο υλικός πλούτος και όχι η αξία. Σίγουρα πάντως όχι στον καπιταλισμό. Η αξία και το κεφάλαιο δεν νοούνται χωρίς τις έννοιες του χρόνου και της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Οι συγγραφείς ωστόσο παραγνωρίζουν τις παραπάνω διακρίσεις και διευκρινήσεις. Ισχυρίζονται βέβαια σε κάποιο σημείο ότι η έννοια της γενικής διάνοιας όπως επίσης και το εννοιολογικό οπλοστάσιο των Γάλλων φιλοσόφων, π.χ. οι Φουκοδιανές έννοιες της βιοπολιτικής και βιοεξουσίας αλλα και η Ντελεζιανής έμπνευσης έννοια της αποεδαφικόποίησης και του νομαδισμού δεν υποδηλώνουν τίποτε άλλο παρά μόνον την πραγμάτωση της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Σε αυτήν την περίπτωση όμως, η εργατική δύναμη από υποκείμενο της διαδικασίας παραγωγής γίνεται αντικείμενο, εξάρτημα ενός περίπλοκου μηχανισμού που λειτουργεί πέραν κι έξω της αντίληψης και της βούλησής της ως ένας μεγάλος Άλλος. Αυτό όμως σημαίνει με τη σειρά του ότι οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να συγκροτηθούν σε πολιτικό υποκείμενο.

2. Από το προλεταριάτο στο πλήθος: προς ένα νέο πολιτικό υποκείμενο;

Η κατάρρευση της αντίληψης περί προλεταριάτου, εργατικής τάξης ως δυνάμει επαναστατικού υποκειμένου σίγουρα δεν είναι κάτι καινοφανές. Σύγχρονες προσεγγίσεις στην πολιτική θεωρία επιχειρούν την άρση της παραπάνω θέσης δείχνοντας ότι η υιοθέτησή της είναι δυνατή μόνο εαν κάποιος οντολογικοποιήσει την εργασία και το ανθρωπολογικό της συμπλήρωμα,ήτοι την ουσία-είδος στο πρώιμο μαρξικό έργο. H εργασία νοούμενη υπεριστορικά ως κατεργασία της φύσης αποτελεί μέσο παιδείας και γι΄αυτό ακριβώς, το ανθρωπολογικό της «συμπλήρωμα», ο προλετάριος είναι σε θέση να έχει εποπτεία του «αναληθούς όλου» και επίγνωση της αλλοτρίωσης του παρ’ότι ο ίδιος αλλοτριωμένος.
Ωστόσο μια κριτική αυτής της αντίληψης ενυπάρχει παραδόξως στο ύστερο μαρξικό έργο όπου το προλεταριάτο γίνεται γρανάζι παρά ενσάρκωση υπέρβασης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Κατά μια έννοια, ο ίδιος ο Μαρξ γίνεται υπόρρητα κριτής των νεανικών του προσεγγίσεων στο βαθμό που η κεντρική έννοια στο ύστερο έργο του δεν είναι η εργασία ως τέτοια, ως υπεριστορική, τεχνική έννοια που παραπέμπει στην κατεργασία της φύσης εν γένει, αλλά μια ιστορική μορφή εργασίας, αυτής στον καπιταλισμό, που είναι αφηρημένη, παράγει αξία και διέρχεται δύο στάδια: αυτό της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο που χαρακτηρίζεται από την εμπορευματοποίηση της εργασίας αφεαυτής ως εργατικής δύναμης και αυτό της επονομαζόμενης «πραγματικής υπαγωγής» που λαμβάνει χώρα όταν η αφηρημένη κυριαρχία της αξίας και η απόσπαση υπεραξίας ως αυτο-σκοπός της καπιταλιστικής παραγωγής διαμορφώνει, διαπλάθει, κυριολεκτικά, τα υλικά μέσα πραγμάτωσής της, εν προκειμένω την συγκεκριμένη εργασία, την εργασία που παράγει συγκεκριμένα αντικείμενα ως αξίες χρήσεις. Mε τα λόγια του ίδιου του Marx: «Δεν χρησιμοποιεί πλέον ο εργάτης τα μέσα παραγωγής αλλά τα μέσα παραγωγής τον εργάτη». Ήδη με την ανάπτυξη της βιομηχανίας, κατά τον Μarx, οι εργάτες γίνονται το αντικείμενο μιας διαδικασίας που η ίδια έχει γίνει υποκείμενο.
«Στην μανιφακτούρα ο εργάτης χρησιμοποιεί ένα εργαλείο. Στο εργοστάσιο χρησιμοποιεί αυτόν [ενν. τον εργάτη] η μηχανή. Εκεί [ενν. μανιφακτούρα] οι κινήσεις των εργαλείων της εργασίας απορρέουν απ΄αυτον. Εδώ [βιομηχανία] πρέπει αυτός να ακολουθήσει τις κινήσεις της μηχανής. Στην μανιφακτούρα οι εργάτες είναι μέρος ενός ζωντανού μηχανισμού. Στο εργοστάσιο έχουμε έναν άψυχο μηχανισμό, ανεξάρτητο από τους εργάτες, οι οποίοι ενσωματώνονται σ΄αυτόν ως ζωντανά εξαρτήματα».
Αυτός ο καταμερισμός εργασίας που χαρακτηρίζεται από την αντινομία ανάμεσα στην τεράστια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ήτοι του υλικού πλούτου, και στον ολοένα αυξανόμενο κατακερματισμό και «φτώχεμα» της ανθρώπινης εργασίας είναι χαρακτηριστικός των διαλεκτικών, αντιφατικών κοινωνικών μορφών που συγκροτούν τον καπιταλισμό, όπου η ανθρώπινη εργασία παραμένει αναγκαία ως πηγή της αξίας παρότι καθίσταται σταδιακά περιττή ως πηγή των παραγωγικών δυνάμεων και του υλικού πλούτου αιτία ανάπτυξης των οποίων είναι η ίδια η αξία και συγκεκριμένα, η απόσπαση υπεραξίας.
Ωστόσο, το γεγονός της «πραγματικής υποταγής» της εργασίας στο κεφάλαιο που συνυπογράφεται και από τους ίδιους τους συγγραφείς της «Αυτοκρατορίας» δεν αποτελεί αιτία ή σύμπτωμα της πεσσιμιστικής, ζοφερής αντίληψης του «τέλους της ιστορίας». Αφενός μεν, ο ενδογενώς αντιφατικός χαρακτήρας των κοινωνικών μορφών του καπιταλισμού -η ανάλυση του οποίου θα υπερέβαινε την οπτική και τα όρια του παρόντος κειμένου- αφετέρου δε, ο ιστορικός χαρακτήρας τους συνεπάγεται την δυνατότητα τόσο ανάδυσης κριτικής κοινωνικής συνείδησης και θεωρίας όσο και μετασχηματισμού της κοινωνικής ολότητας.
Η αντίληψη επομένως της «πραγματικής υπαγωγής» δεν είναι μια αντίληψη παραίτησης που συγκατανεύει σιωπηρά και υπογράφει άνευ όρων το «τέλος της ιστορίας» που γίνεται συνώνυμο του αδύνατου της κριτικής και αλλαγής της κοινωνίας. Η αντίληψη με την οποία έρχεται σε ρήξη είναι αντίθετα αυτή του προλεταριάτου ως επαναστατικού υποκειμένου, η επαναστατική συνείδηση του οποίου απορρέει από την ταξική του θέση. Εφόσον η εργασία στο ύστερο μαρξικό έργο αποτελεί την υλική μορφή πραγμάτωσης της κεφαλαιακής σχέσης, το προλεταριάτο δεν μπορεί να αποτελεί ενσάρκωση υπέρβασης αυτής της σχέσης αλλά προϋπόθεσή της. Στό βαθμό που η μαρξική θεωρία της αξίας θεωρεί ως βάση του κεφαλαίου την ζωντανή εργασία, η εργατική τάξη είναι αναπόσπαστο στοιχείο του καπιταλισμού παρά άρνησή του όσο καθοριστικό ρόλο κι αν έχουν παίξει στον εκδημοκρατισμό και εξανθρωπισμό του καπιταλισμού οι εκδηλώσεις ταξικής πάλης. Η υπέρβαση του κεφαλαίου ως κοινωνικής σχέσης δεν μπορεί επομένως να βασίζεται στην αυτο-βεβαίωση της εργατικής τάξης ή στην αντίληψη ότι είναι ο δίκαιος ιδιοκτήτης του πλεονάσματος που παράγει. Μια τέτοια αντιληψη θα συνεπαγόταν την κατάργηση της τάξης των καπιταλιστών αλλά όχι του κεφαλαίου. Αντίθετα, η βασική αντίθεση που υπαινίσσεται το ύστερο μαρξικό έργο δεν είναι η αντίθεση ανάμεσα στην εργατική τάξη και τον καπιταλισμό αλλά αυτή ανάμεσα στην εργατική τάξη ως δομικό στοιχείο της εργασίας στον καπιταλισμό και στην δυνατότητα ενός άλλου τρόπου παραγωγής και όχι ενός άλλου τρόπου διανομής.
Οι συγγραφείς του βιβλίου δέχονται ότι η εργασία δεν μπορεί να παίξει το ρόλο δυνάμει επαναστατικού υποκειμένου και το ερώτημα που τους απασχολεί αφορά τον εντοπισμό του κοινωνικού φορέα αλλαγής. Ιδιαίτερα όταν όλη η υδρόγειος είναι, σύμφωνα με την ανάλυσή τους, ένα εργοστάσιο που παράγει και έχει πραγματωθεί η πραγματική υπαγωγή.
Οι Hardt και Negri επενδύουν τις ελπίδες τους αφ΄ενός μεν στην έννοια της γενικής διάνοιας, παρακάμπτοντας επιμελώς την ερμηνεία της από τον ίδιο τον δημιουργό της ως αλλοτριωμένη μορφή του κεφαλαίου, προκειμένου να δείξουν ότι ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο γεννιέται, που το βαφτίζουν «πλήθος». Ο οντολογικός ιστός της αυτοκρατορίας υφαίνεται από την πέραν κι εκτός μέτρου αποεδαφικοποιημένη δραστηριότητα του πλήθους που διαρκώς μετακινείται για να παράξει. Η φιλοσοφική έννοια του «πλήθους» ταυτίζεται με την κοινωνιολογική-εμπειρική κατηγορία των μεταναστευτικών στρωμάτων, τα οποία αλλοιώνουν καθημερινά τον χάρτη και αίρουν στην πράξη την διάκριση ανάμεσα σε τρεις κόσμους. Με τα λόγια των ίδιων των συγγραφέων, «ο πρώτος κόσμος μετακινείται στον τρίτο» προφανώς προς άγραν φτηνής εργατική δύναμης- «και ο τρίτος στον πρώτο» --για καλύτερους όρους διαβίωσης.
Και εαν για τον προλετάριο των μεγάλων μαρξιστικών αφηγήσεων ο όρος δυνατότητας επαναστατικής υπέρβασης συνίσταται στην αντικειμενική του θέση στην παραγωγή, όρος επαναστατικής σκέψης και πράξης του πλήθους είναι η εμπειρία νομαδισμού και περιπλάνησης.
Αν και αναμφίβολα γοητευτική σύλληψη, παραγνωρίζει την θλιβερή καθημερινότητα των ξένων μεταναστών στα χάι-τεκ κάτεργα των μητροπόλεων αλλά και το ότι οι περιπλανώμενοι του σήμερα είναι δύο ταχυτήτων.
Ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν, στο βιβλίο του «Παγκοσμιοποίηση» δείχνει εύστοχα πως οι τουρίστες (μεταφορικά) των πρώτων θέσεων αεροπλάνων με τα λαπ-τοπ και τα εισιτήρια με ημερομηνία επιστροφής ανα χείρας που μετακινούνται από κάμπους εις κάμπους, όπως οι ήρωες του Ντέιβιντ Λότζ, δεν έχουν καμία σχέση με τους νομάδες των αμπαριών των πλοίων που πολλές φορές είναι καταδικασμένοι σε θαλάσσιες περιπλανήσεις γιατί δεν τους δέχεται καμία χώρα.
Τέλος, η συγκρότηση της αυτοκρατορίας δεν είναι η αιτία αλλά η συνέπεια των «ουσιωδών» δυνάμεων του πλήθους που κατασκεύασε την αυτοκρατορία ως το αντεστραμμένο του είδωλο. Όπως λοιπόν ο «καπιταλισμός παράγει τους νεκροθάφτες του» έτσι και η αυτοκρατορία εμπεριέχει εν τη γενέσει της την φθορά και την καταστροφή της.

3. Ξαναγράφοντας τον Μαρξ

Είναι αλήθεια ότι οι Νέγκρι και Χαρντ απαντουν σε ένα αληθινό πρόβλημα με μια μη πειστική απάντηση. Το αληθινό πρόβλημα είναι η αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού τόσο του προλεταριάτου όσο και του κεφαλαίου σήμερα. Η απάντηση που δίνουν είναι οι γενικόλογες κατηγορίες της αυτοκρατορίας και του πλήθους. Πιστεύουν ότι έλυσαν το πρόβλημα με μια οντολογική, προ-νεωτερική ερμηνεία του όρου «γενική διάνοια» κατά την οποία είναι δυνατή η σύσταση μιας αντι-αυτοκρατορίας λόγω της αχαλίνωτης φαντασίας, δημιουργικότητας και παραγωγικότητας του «πλήθους».
Για τους συγγραφείς, η μαρξική έννοια της «γενικής διάνοιας» δεν είναι κατηγόρημα του κεφαλαίου αλλά οντολογικό ίδιον του «πλήθους». Είναι απότοκο της εγγενούς εν τέλει τάσης του «πλήθους» για δημιουργία. Ενώ μια τέτοια αντίληψη φαντάζει ως επιστροφή σε προ-νεωτερικές έννοιες ή ως θεμελίωση της κριτικής της παρούσας ιστορικής συγκυρίας σε ανιστορικές, ανθρωπολογικές κατηγορίες, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για μια ακόμα εκδοχή της παράδοσης του εργατισμού από την οποία προέρχεται ο Negri.
H αντίληψη του εργατισμού εναντιώνεται πλήρως στην στρουκτουραλιστικής έμπνευσης θέση κατα την οποία η αλλαγή της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι αυτή που μορφοποιεί την ζωντανή εργασία και επιφέρει την αλλαγή της. Ο εργατισμός των Negri και Tronti υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: οι δυνάμεις της ζωντανής εργασίας είναι αυτές που με την αντίστασή τους «εξαναγκάζουν» το κεφάλαιο να ανασυγκροτείται και να μεταβάλλει τη σύνθεσή του. Κατ΄αυτόν τον τρόπο, η εργασία αποτελεί κινητήριο δύναμη του ιστορικού γίγνεσθαι.
Επομένως η επίκληση προ-νεωτερικών εννοιών και η διατύπωση οντολογικών σχημάτων ως αδιάψευστων θεωρητικών «τεκμηρίων» ύπαρξης επαναστατικού υποκειμένου δεν υπαγορεύεται από μια νοσταλγία για το παρελθόν αλλά από την θεωρητική προσκόλληση στο σχήμα του εργατισμού την στιγμή που αυτό υπονομεύεται από τις αναλύσεις των ίδιων των εμπνευστών του. Διότι πως είναι δυνατή η ύπαρξη, ανάδυση και συγκρότηση ενός επαναστατικού υποκειμένου σε συνθήκες πραγμάτωσης της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο που, κατά τους συγγραφείς, που μεταφράζουν σε αυτό το σημείο τον Μαρξ σε Φουκοδιανό ιδίωμα, συνεπάγεται μια «κοινωνία ελέγχου»; Η ζοφερή αυτή διάγνωση όμως αντιστρατεύεται πλήρως την υπόρρητη αισιοδοξία που διαπνέει τον εργατισμό. Μόνη διέξοδος συνιστά μια οντολογική ή ανθρωπολογική θεμελίωση του νέου επαναστατικού υποκειμένου προκειμένου να διασωθεί η «χαμένη τιμή» της εργατιστικής αντίληψης σε συνθήκες κυριαρχίας του κοινωνικού ολοκληρωτισμού όπου εκλείπει η οιανδήποτε αντίθεση (τουλάχιστον σύμφωνα με την δική τους διάγνωση που αν και βασίζεται στις μαρξικές κατηγορίες μάλλον αποτυγχάνει να λάβει υπόψην της τον διαλεκτικό τους χαρακτήρα).
Ο Slavoj Zizek, σε ένα πρόσφατο άρθρο του για την Αυτοκρατορία με τίτλο «Eχουν ξαναγράψει οι Hardt και Negri το Κομμουνιστικό Μανιφέστο για τον 21ο αιώνα;» αναφέρεται στον Λένιν, στηλιτεύοντας παράλληλα, με μια γενναία δόση σαρκασμού, τα ήθη και τις νόρμες της υποτίθεται «ανοικτής» ακαδημαϊκής κοινότητας για την οποία, και μόνο το όνομα “Λένιν” αποτελεί ταμπού. Για τον Zizek, ο Λένιν απαντά στα θεωρητικά αδιέξοδα της Αυτοκρατορίας ως εξής:
Επιχειρώντας να επανεγγράψει ή να επανεφεύρει (κατά την έκφραση του ίδιου του Zizek) τον Μαρξ σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και αποικιοκρατίας, ο Lenin προσπάθησε να αποφύγει τόσο έναν οικονομισμό που διέπεται από νομοτέλεια και αντιλήψεις περί ενός αναπόδραστου τέλους πέραν κι εξω των βουλήσεων των κοινωνικών δρώντων όσο και μια αντίληψη περί αυτονομίας του πολιτικού.
Είναι αλήθεια ότι οι συγγραφείς της Αυτοκρατορίας παρακάμπτους τελείως αντιλήψεις περί αντικειμενικών σταδίων ανάπτυξης η πορεία των οποίων είναι μη αντιστρέψιμη. Η ρήξη όμως με οικονομίστικου τύπου αναλύσεις δεν συνεπάγεται κατ’ανάγκην αντιλήψεις που προσυπογράφουν την αυτονομία του πολιτικού, ως εαν οι πρακτικές να μην παρεμποδίζονται ή επηρεάζονται από τις δομές της κοινωνίας. Η απόρριψη από τους συγγραφείς της παραπάνω οικονομίστικης αντίληψης που υπαγορεύει την «στωϊκή» αναμονή του «πληρώματος του χρόνου», ήτοι επανάστασης, το γεγονός της οποίας είναι αναπόδραστο αρκεί να «ωριμάσουν» οι συνθήκες, οδηγεί στην άνευ όρων αποδοχή μιας Ιακωβίνικης έμπνευσης αντίληψης άκρατου υποκειμενικού βολονταρισμού που αποκαλείται από τον Ζίζεκ «καθαρή πολιτική» (pure politics). Η τελευταία, που στην Γαλλία εκφράζεται –ανάμεσα σε άλλους- από τους Badiou και Ranciere αφενός αρνείται να ενδώσει στον οικονομικό ντετερμινισμό που προσλαμβάνει την οικονομία ως την σφαίρα της αναγκαιότητας που ακολουθεί την δική της εσωτερική και μη αντιστρέψιμη πορεία και αφετέρου υπαινίσεται την πλήρη υποταγή της οικονομίας στην σφαίρα της πολιτικής. Η αναγκαιότητα που προσιδιάζει στις κατηγορίες της οικονομίας παραδίδεται άνευ όρων στην ελευθερία της βούλησης που είναι ίδιον της πολιτικής πράξης. Ωστόσο ο υποτιθέμενος ριζοσπαστισμός της Γαλλικής προέλευσης αντίληψης της «καθαρής πολιτικής» φαίνεται κατά ειρωνικό τρόπο να συγκλίνει εν πολλοίς με τον υπεραντλαντικό αντίπαλο, ήτοι τις Αγγλοσαξωνικές cultural studies. Οι τελευταίες, με γνώμονα ερμηνείας την «πάλη για αναγνώριση», εκχωρούν το «δικαίωμα της αφήγησης» στις αποκλεισμένες και καταπιεσμένες κοινωνικές ομάδες χωρίς όμως να διαυγάσουν τους οικονομικούς και κοινωνικούς όρους ανάδυσης του εν λόγω αποκλεισμού τους.
Ένα αδιαόρατο νήμα συνδέει εν τέλει, φαινομενικά τόσο ετερόκλητα θεωρητικά ρεύματα όσο αυτά της Γαλλικής αντίληψης της «καθαρής πολιτικής», των Αγγλοαμερικάνικων «πολιτισμικών σπουδών» αλλά και της επανεγγραφής της κριτικής θεωρίας σε «θεωρία επικοινωνικού πράττειν» με κύριο εμπνευστή στην Γερμανία τον Habermas: τούτο δεν είναι άλλο από την απαξίωση του ρόλου της εργασίας και της υλικής παραγωγής εν γένει ως διαμεσολαβούσας αρχής της καπιταλιστικής ολότητας και τον «αφοπλισμό» της μέσω της επανερμηνείας της σε μια υπεριστορική, αξιολογικά ουδέτερη κατηγορία που ταυτίζεται με την σχέση υποκειμένου-αντικειμένου, ανθρώπου-φύσης per se. Εντός αυτού του πλαισίου δεν υπάρχει χώρος για την μαρξική πολιτική οικονομία εφόσον για την τελευταία το εμπόρευμα και το κεφάλαιο δεν συνιστούν απλώς εμπειρικές οντότητες αλλά την «μήτρα» του συνόλου των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων. Διατυπωμένο σε καντιανό ιδίωμα: στο μέτρο που κατά τον Μαρξ, η κοινωνική αναπαράσταση ενός αντικειμένου συναρτάται με και διϋλίζεται από τον τρόπο παραγωγής του, οι μαρξικές κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας συνιστούν την κοινωνική εκδοχή ενός υπερβατολογικού a priori.
Τα όρια του εγχειρήματος της Αυτοκρατορίας φαίνονται ακόμα περισσότερο στο τέλος του βιβλίου, όταν παρατίθεται ένα πολιτικό πρόγραμμα που μπορεί να υιοθετήσει το πλήθος στους αγώνες του κατά της «Αυτοκρατορίας». Οι συγγραφείς αποκρυσταλλώνουν το πρόγραμμα τους σε τρία αιτήματα: Πρώτον, αυτό μια παγκόσμιας ιδιότητας του πολίτη (global citizenship). Δεύτερον, το δικαίωμα όλων σε ένα μίνιμουμ εισόδημα και τρίτον, το αίτημα της επαναιδιοποίησης.
Με εξαίρεση το τρίτο αίτημα, τα δύο πρώτα αιτήματα ουσιαστικά αναφέρονται αφενός μεν, στο αναφαίρετο δικαίωμα της εργασίας με την έννοια της δίκαιης διανομής και πλήρους απασχόλησης αφετέρου δε, στην κοινωνική πρόνοια των ανεργών μέσω ενός μίνιμουμ. Εμπίπτουν έτσι, στη ρητορική των φιλελεύθερων δικαιωμάτων κι εμφανίζονται ως σημαιοφόροι των αστικών ιδεωδών που η ίδια η νεωτερικότητα εξήγγειλε αλλά ουδέποτε εκπλήρωσε παρά ως προάγγελοι μιας «αντι-αυτοκρατορίας» ενός άλλου τύπου παγκοσμιοποίησης ή διεθνισμού.
Όσον αφορά το τρίτο αίτημα της επανιδιοποίησης, στο βαθμό που εξαγγέλεται χωρίς να αναφέρονται οι κοινωνικοί, πολιτικοί και οικονομικοί όροι πραγμάτωσής του γίνεται ευχολόγιο ή Καντιανό πρόταγμα που παρομοιάζεται εύστοχα από τον Zizek με τις πολυπολιτισμικές σπουδές που γεννήθηκαν κυρίως στα Αγγλοαμερικάνικα πανεπιστήμια και άθελα κι άστοχα μεταφράζουν την λογική της πολυπολιτισμικότητας ως το αναφαίρετο δικαίωμα των μειονοτήτων στην αφήγηση των εμπειριών τους ως θυμάτων εξουσιαστικών σχέσεων που καταστέλλουν την ετερότητα. Οι οικονομικοί και πολιτικοί όροι και προϋποθέσεις του ρατσισμού και της εκμετάλλευσης μετασχηματίζονται έτσι στο ψυχαναλυτικό δράμα ενός υποκειμένου που αδυνατεί να αντιμετωπίζει τα εσωτερικά του τραύματα.
Οι ενίοτε γλαφυρές περιγραφές που απευθύνονται στον ευαίσθητο αναγνώστη αλλά όχι στον πολιτικά προβληματισμένο, η ανάκληση προ-νεωτερικών εννοιών και σχημάτων προκειμένου να «εκβιαστεί» η ύπαρξη επαναστατικού υποκειμένου σε μια «Αυτοκρατορία» με τόσο λεία, άνευ τριβών, ηλεκτρονική γεωγραφία δικτύων που σβήνει τις αντιθέσεις που θα γεννήσουν κριτική θεωρία και πράξη και τέλος, τα αφηρημένα ευχολόγια-πολιτικά προγράμματα, θα ενέπνεαν μάλλον τους «αριστερούς φίλους» της παγκοσμιοποίησης που, όπως κατηγορούσαν οι Ιακωβίνοι τους Γερονδίνους, θέλουν επανάσταση χωρίς επανάσταση.
Φαίνεται όμως αυτό να είναι «συμπτωμα» ή παρεπόμενο όχι τόσο του θεωρητικού πρόβληματος των συγγραφέων να «παντρέψουν» το φιλοσοφικό ιδίωμα των Γάλλων μεταστρουκτουραλιστών με τις μαρξικές κατηγορίες της πολιτικής οικονομίας – όπου μάλλον «μεταφράζουν» τον Μαρξ στην γλώσσα του Foucault και του Deleuze παρά συνθέτουν- αλλά να επανεγγράψουν τον Μαρξ στον 21ο αιώνα ακριβώς όπως έκανε ο Λένιν τις παραμονές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Το ζήτημα επομένως είναι και η «συζευξη» διαφορετικών γνωστικών παραδόσεων ή ιδιωμάτων, αλλά κυρίως και πρωτίστως η «επανεφεύρεση».
Το πολιτικό σύστοιχο αυτής της θεωρητικής αδυναμίας ή επιλογής είναι η αδυναμία ή αδιαφορία για μια συστημική κριτική που απολήγει είτε στην νομιμοποίηση της «μακράς πορείας μέσα στους θεσμούς» είτε στην αποθέωση των μονοσήμαντων κοινωνικών κινημάτων που δεν θέτουν ως σημείο αναφοράς τους τη κοινωνία ως ολότητα και κατ’αυτόν τον τρόπο αφοπλίζονται και αφομοιώνονται από το πλαίσιο που αντιμάχονται.
Η αντίληψη της ετερονομίας του πολιτικού χωρίς κάτι τέτοιο να συνεπάγεται διολίσθηση σε οικονομισμό, η προσέγγιση της κοινωνίας ως ολότητας και η επανεγγραφή των μαρξικών κατηγοριών στην σημερινή συγκυρία είναι αυτό που συνέλαβε και προσπάθησε –όχι ιδιαίτερα επιτυχώς- ο Lenin.

4. Επιστροφή στον Λένιν; Ο Ζιζεκ για την επικαιρότητα του Λένιν

Το 2002 ο Σλοβένος θεωρητικός Σλάβοι Ζίζεκ, σταχυολογεί σε ένα βιβλίο με τίτλο, Επανάσταση προ των πυλών –Revolution at the Gates- κείμενα του Λένιν λίγο πριν το ξέσπασμα της επανάστασης. Ο ίδιος ο Ζίζεκ γράφει μια εκτενή εισαγωγή και επίμετρο στο οποίο επιχειρηματολογεί ως προς την επικαιρότητα και σπουδαιότητα των εν λόγω κειμένων του Λένιν σήμερα. Ο θεωρητικός αναστοχασμός της παρούσας ιστορικής συγκυρίας από την σκοπιά του μετασχηματισμού της, επιτάσσει παραδόξως μια επιστροφή στον Λένιν. Τι σημαίνει όμως αυτό;
Ο Λένιν δεν είναι το σημαινόμενο του νόστου μιας παλαιάς δογματικής αντίληψης. Για τον Ζίζεκ, «επιστροφή» στον Λένιν δεν σημαίνει ούτε νοσταλγική επίκληση των «παλιών καλών επαναστατικών καιρών» αλλά ούτε και μια πραγματιστική, ευκαιριακή εφαρμογή δίκην πανάκειας ενός παλαιού προγράμματος σε νέες συνθήκες. Για τον Ζίζεκ, αντίθετα, επιστροφή στον Λένιν σημαίνει επανάληψη του εγχειρήματος του Λένιν να εφεύρει ένα επαναστατικό σχέδιο σε συνθήκες ιμπεριαλισμού και αποικιοκρατίας, σήμερα, μεσούσης της παγκοσμιοποίησης. Ποίες όμως είναι οι θεωρητικές και πολιτικές παρακαταθήκες του λενινιστικού προγράμματος;
Πρώτον: σε αντίθεση με τον συνήθη μύθο που ταυτίζει την Οκτωβριανή επανάσταση με την πραξικοπηματική κατάληψη της εξουσίας από μια μικρή και «κλειστή» πρωτοπορία, η πεμπτουσία της λενινιστικής ουτοπίας συνίσταται στην κατάλυση του αστικού κράτους και την εφεύρεση μιας νέας μορφής κοινωνικής οργάνωσης που διασφαλίζει το συλλογικό δικαίωμα συμμετοχής στη διαχείρηση και την λήψη αποφάσεων. Σε αντίθεση με την επίσημη εκδοχή της, η «άρρητη» ιστορία της Οκτωβριανής επανάστασης είναι αυτή της πραγμάτωσης της άμεσης δημοκρατίας που ενσαρκώνεται θεσμικά στα τοπικά συμβούλια και ριζώνεται βαθειά σε όλη την αχανή γεωγραφική επικράτεια της Ρωσίας. Τούτο αποδεικνύει το εξής: η ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας περνά κυρίως και πρωτίστως μέσα από την ανατροπή της ίδιας της πολιτικής μορφής της, ήτοι της καπιταλιστικής «δημοκρατίας». Η μεταφορά του παραπάνω ιστορικού εγχειρήματος στην σημερινή συγκυρία αποδεικνύει περίτρανα ότι η καταδίκη της «φονταμενταλιστικής» δεξιάς από την σκοπιά της υπεράσπισης μιας φιλελεύθερης-δημοκρατικής συναίνεσης ενδεδυμένης τον μανδύα της «πολυπολιτισμικής ανοχής» εκφράζει αν όχι επιλεκτική και υποκριτική ευαισθησία, τουλάχιστον αφέλεια και συναινεί σιωπηρά στα φαινόμενα που καταδικάζει. Η υπόμνηση της μομφής του Λένιν στους φιλελεύθερους ότι ιδιοποιούνται περίτεχνα την δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης προκειμένου να ενισχύσουν τη θέση τους έναντι των συντηρητικών είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σήμερα. Κι αυτό, αν αναλογιστεί κανείς την εν τέλει φιλελεύθερης έμπνευσης, αμυντική πραγματεία της νέας αριστεράς που εγκαλεί μεν τον ρατσισμό, την καταστροφή του περιβάλλοντος και τις «δυσμενείς» συνθήκες εργασίας, προσπαθώντας να διασώσει ό,τι απέμεινε από το κράτος κοινωνικής πρόνοιας, χωρίς όμως να αμφισβητεί το «σύστημα» που τις γεννά. Προνομιακό πεδίο άσκησης πολιτικής για την «νέα αριστερά» δεν είναι πλέον η πάλη των τάξεων αλλά αυτή των πολιτισμών ακριβώς όπως –υπό άλλο πρίσμα- η επίσημη Αμερικανική εξωτερική πολιτική ερμηνεύει εντέχνως την ιστορία ως μια ηθική πάλη του Καλού και του Κακού, των Μακντόναλντς και της Τζιχάντ με το ΝΑΤΟ στο ρόλο του εγκόσμιου Μεσσία και τιμωρού που αναλαμβάνει να παρεμβαίνει κάθε φορά που κάποιο κράτος παραβιάζει κατάφωρα θεμελιώδη δικαιώματα κάποιας εθνοτικής ομάδας. Μια τέτοια ηθικίστικη αντίληψη της πολιτικής που βλέπει τον πολιτικό αντίπαλο ως την προσωποποίηση του «ριζικού κακού» δεν παρέχει μόνο νομιμοποιητικό άλλοθι στις ωμές στρατιωτικές επεμβάσεις του ΝΑΤΟ τα ερείσματα των οποίων είναι σαφώς γεωπολιτικά (αλλιώς πως θα εξηγούνταν το παράδοξο της προνομιακής μεταχείρισης ως σταθερού φίλου και οικονομικού συμμάχου των ΗΠΑ μιας τόσο συντηρητικής, θεοκρατικής μοναρχίας όπως της Σαουδικής Αραβίας;) αλλά και υποκρύπτει κάτι σημαντικό: οι δύο αντίπαλοι ίσως δεν είναι δύο ριζικά αντίθετοι πόλοι αλλά η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. H ερμηνεία του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού ως ολότητας σημαίνει ερμηνεία του ως διαλεκτικής ενότητας του ιδίου και του έτερού του, των «φίλων» και «αντιπάλων» του, των δυνάμεων που τον στηρίζουν και αυτών που τον αντιμάχονται. Ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός δεν είναι μόνο ένας από τους επίδοξους «νεκροθάφτες» του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού του 21ου αιώνα αλλά και το αντεστραμμένο είδωλο ενός από τους πυλώνες του: του δεξιου φονταμενταλισμού που σπέρνει καθημερινά τον τρόμο εν ονόματι της ιερής αποστολής που του ανέθεσε ο χριστιανικός Θεός να σώσει την ανθρωπότητα από το «κακό» και οφείλει να φέρει εις πέρας.
Στο πεδίο της κριτικής θεωρίας, μια πιο πρόσφατη εκδοχή της διαμάχης μεταξύ Λένιν και φιλελεύθερων συνιστά η διαμάχη μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης γενιάς της Σχολής της Φρανκφούρτης ως προς το ζήτημα της ύπαρξης δομικής σχέσης μεταξύ φιλελεύθερης δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού, καπιταλισμού και φασισμού. Αν για τους Adorno/Horkheimer, η φασιστική βαρβαρότητα είναι αναπόδραστο αποτέλεσμα της «διαλεκτικής του διαφωτισμού», των εγγενών αντιθέσεων δηλαδή, του ίδιου του νεωτερικού εγχειρήματος, για τον Habermas, οι ποικίλοι ολοκληρωτισμοί είναι μια «απόφυση», μια ατυχής «απόκλιση» από την κατά τ’ άλλα γραμμική και απρόσκοπτη πορεία του νεωτερικού εξορθολογισμού. Και αν ο Horkheimer του 1930 παρατηρούσε καυστικά ότι «αν κάποιος δεν θέλει να ομιλεί περί καπιταλισμού, καλύτερα να σωπάσει και όσον αφορά τον φασισμό» ο Habermas στο «κατώφλι» του 21ου αιώνα συνιστούσε ως αντίβαρο της οικονομικής παγκοσμιοποίησης την δημιουργία παγκοσμιοποιημένων πολιτικών θεσμών όπως το Ευρωσύνταγμα, κ.ο.κ. ως εάν ο «πεφωτισμένος» πολιτικός φιλελεύθερισμός συνιστά πανάκεια και όχι ιδεολογικό «σύστοιχο» ή άλλοθι της νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης της αγοράς.
Τα παραπάνω προοιωνίζονται για τον Ζίζεκ, την δεύτερη παρακαταθήκη του Λένιν ως προς το πολιτικό περιεχόμενο ενός κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης: στους ζηλωτές της «καθαρής πολιτικής» ο Λένιν θα αντέτασσε μια «λελογισμένη» αλλά αναγκαία δόση «οικονομισμού». Τούτο θα σήμαινε παραδείγματον χάριν, ότι αντί των ατέρμονων αναλύσεων του προσφιλούς θέματος της «σύγκρουσης των πολιτισμών» όπου στους δεξιούς φίλους των «πολιτισμικών σπουδών» εξαντλούνται στο ότι ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός δεν έχει καμιά ανοχή απέναντι στις φιλελεύθερες κοινωνίες ενώ στους αριστερούς στην διασφάλιση πολυπολιτισμικών, ανεκτικών κοινωνιών, θα έπρεπε να επικεντρωθεί κανείς στους οικονομικούς και γεωπολιτικούς όρους αυτής της σύγκρουσης. Οι οικονομικές δομές –κι εδώ για τον Ζίζεκ, έγκειται η σπουδαιότητα αλλά και επικαιρότητα του Λένιν- συνιστούν το κατ’ εξοχήν πεδίο πολιτικής παρέμβασης και πάλης και δεν είναι δυνατόν να τίθενται από τις «πολιτισμικές σπουδές» ή την «καθαρή πολιτική» στο απυρόβλητο. Οι όροι δυνατότητας της πολιτικής πράξης ανιχνεύονται στην καρδιά της οικονομίας. Από την άλλη όμως, η εμμονή στην διάσταση της οικονομίας δεν θα πρέπει να πάρει το σχήμα της πίστης σε έναν ντετερμινισμό ή ιστορικό εξελικτικισμό που καταργεί ουσιαστικά την πολιτική πράξη εφόσον το «πλήρωμα του χρόνου» έρχεται όταν «ωριμάσουν» οι «αντικειμενικές» συνθήκες, όταν το «αποφασίσει» η ίδια η ιστορία και οι νομοτέλειές της και όχι τα πολιτικά υποκείμενα. Επιστροφή στον Λένιν, κατά Ζίζεκ τουλάχιστον, σημαίνει επομένως διερεύνηση των δυνατοτήτων που διανοίγει η σκέψη του Λένιν να οριοθετηθεί ένα πολιτικό περιεχόμενο και πρόγραμμα κατά της παγκοσμιοποίησης που θα υπερβαίνει τόσο στα στενά όρια ενός υποκειμενικού βολονταρισμού που αγνοεί περιφρονητικά το πεδίο της οικονομίας όσο και τα αδιέξοδα ενός άγονου οικονομικού ντετερμινισμού που αίρει την διάσταση της πράξης αναμένοντας ένα «happy end” που η ίδια η «Ιστορία» θα προσυπογράψει και θα επιφέρει ερήμην των δρώντων της. Με τα λόγια του Ζίζεκ: «Η πολιτική πάλη λαμβάνει χώρα στην καρδιά της οικονομίας. . . ενώ από την άλλη πλευρά, το πεδίο της οικονομίας δίνει το έρεισμα της πολιτικής παρέμβασης και πράξης». Και σε αυτό ακριβώς το σημείο συνίσταται η παρακαταθήκη του Λένιν που γίνεται μια σπίθα ουτοπίας που θα άξιζε να διατηρηθεί σε μια τόσο προκλητική ιστορική συγκυρία όσο η σημερινή.